Στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων συνεχίστηκε η δίκη για τη φονική έκρηξη έξω από τραπεζικό κατάστημα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, στις 3 Μαΐου 2025, που είχε ως αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή της η 38χρονη γυναίκα που μετέφερε τον εκρηκτικό μηχανισμό.

Η υπόθεση αφορά τρεις κατηγορούμενους, οι οποίοι έδωσαν τη δική τους εκδοχή για τον ρόλο τους στην υπόθεση.

Ο βασικός κατηγορούμενος υποστήριξε κατά την απολογία του ότι στόχος της ενέργειας ήταν τα ΑΤΜ της τράπεζας και όχι να προκληθεί θάνατος. Όπως ανέφερε, είχε οργανώσει την επίθεση ενώ βρισκόταν στη φυλακή και έδινε οδηγίες στην 38χρονη μέσω βιντεοκλήσης.

«Στόχος ήταν τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης (ΑΤΜ) και ήθελα να πάρω τα λεφτά. Δεν φταίω εγώ που σκοτώθηκε η “Μαρία”, πληρώθηκε για να το κάνει και δεν πήγε τζάμπα ούτε με το όπλο στο κεφάλι», είπε.

Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι γνώριζε τη 38χρονη εδώ και περίπου 20 χρόνια και ότι ήξερε πως αντιμετώπιζε προβλήματα εξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες και είχε ανάγκη από χρήματα.

«Την “Μαρία”, όπως την ξέραμε όλοι, την γνώρισα πριν από 20 χρόνια. Από μικρό παιδί είμαι στη φυλακή και μπαίνω-βγαίνω, την είχα γνωρίσει σε ένα πάρτι και κρατήσαμε επαφές. Μου είχε στείλει μήνυμα στο Facebook και επικοινωνήσαμε προκειμένου να κανονίσουμε κάτι. Ήξερα ότι ήταν εξαρτημένη από τα ναρκωτικά και χρειαζόταν λεφτά», ανέφερε.

Όπως είπε, είχε στείλει τη γυναίκα στην τράπεζα δύο ημέρες πριν από την έκρηξη, προκειμένου να ελέγξει το σημείο.

«Δύο ημέρες πριν την έκρηξη την είχα στείλει στην τράπεζα και την έβλεπα από την κάμερα. Ήθελα να πάρω τα λεφτά από τα τρία μηχανήματα. Την έστειλα να τσεκάρει και τραβούσε βίντεο, έτσι αποφάσισα να χτυπήσουμε εκεί κι αν κάτσει-έκατσε», υποστήριξε.

«Εκείνη την ώρα την επέλεξα γιατί δεν ήθελα να σκοτώσουμε κανέναν άνθρωπο. Λεφτά θέλαμε να βγάλουμε. Δεν έχω δουλέψει ποτέ στη ζωή μου, έτσι βγάζω λεφτά εγώ και συνεχίζω να βγάζω», είπε.

Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι είχε ρόλο στην κατασκευή του μηχανισμού, υποστηρίζοντας πως έδινε οδηγίες στην 38χρονη από τη φυλακή.

«Το σχέδιο δεν ήταν να αφήσει τον μηχανισμό εκεί που τον άφησε. Τις ύλες για την κατασκευή του τις είχα προμηθευτεί από έναν φίλο μου και δε πρόκειται να σας πω το όνομά του. Εγώ είμαι γνώστης και κατασκεύασα τον εκρηκτικό μηχανισμό μέσω κάμερας που έδειχνα στη Μαρία καθώς ήμουν στη φυλακή», ανέφερε.

Όταν ρωτήθηκε από την έδρα πώς είχε πρόσβαση σε κινητό τηλέφωνο μέσα στο σωφρονιστικό κατάστημα, απάντησε:

«Δε μας επιτηρεί κανείς στις φυλακές, εμένα περιμένατε να σας πω τι είναι οι φυλακές σήμερα; Στην κάμερα της έλεγα “φόρα γάντια, πάρε πλαστελίνες να τις πλάσεις” κ.λπ.».

Για τη σχέση του με την 38χρονη, πρόσθεσε:

«Μόνο με έναν χρήστη ναρκωτικών μπορείς να κάνεις τέτοια πράγματα και να μη δώσεις πολλά χιλιάρικα. Εγώ εκμεταλλεύτηκα το πάθος της για τα ναρκωτικά. Δεν πέθανε τζάμπα, πληρώθηκε για να το κάνει, δεν πήγε με το όπλο στο κεφάλι».

Για τον 37χρονο συγκατηγορούμενό του, ο οποίος φέρεται να είχε νοικιάσει το διαμέρισμα που χρησιμοποιήθηκε στην υπόθεση και να μετέφερε τον σάκο με τα υλικά, ο κατηγορούμενος είπε ότι του ανέθεσε τη μεταφορά έναντι 500 ευρώ.

«Είμαι γνωστός στις φυλακές, με ξέρουν πάρα πολλοί. Στο Facebook και στο Instagram έχω πολλά αιτήματα φιλίας και την άλλη ημέρα με πήρε κλήση. Μου είπε ότι είναι δύσκολα οικονομικά και το κράτησα αυτό», ανέφερε.

Όπως υποστήριξε, του πρότεινε να μεταφέρει μόνο μία τσάντα και ο 37χρονος τελικά δέχθηκε.

Παράλληλα, αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με τον τρίτο κατηγορούμενο.

«Μιλάτε για εγκληματική οργάνωση, ενώ το οργάνωσα μόνος μου. Ενας μετέφερε έναν σάκο και η θανούσα άφησε τον μηχανισμό. Τι εγκληματική οργάνωση είναι αυτή; Ο άλλος δεν έχει καμία σχέση, κρατείται για δική μου υπόθεση και με ενοχλεί πολύ αυτό. Έχω και ένα όνομα», κατέληξε.

Ο 37χρονος, από την πλευρά του, υποστήριξε ότι είχε ανάγκη τα χρήματα και πως δεν γνώριζε τι περιείχε ο σάκος που μετέφερε από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη.

Όπως είπε, εκείνη την περίοδο ήταν άστεγος και έψαχνε τρόπους να εξασφαλίσει χρήματα.

Σύμφωνα με την απολογία του, ο έγκλειστος κατηγορούμενος του πρότεινε να μεταφέρει μια τσάντα έναντι 500 ευρώ.

«Με ρώτησε αν θέλω να βγάλω 500 ευρώ και δέχθηκα γιατί είχα οικονομική δυσκολία. Μου είπε να πάω στην Αθήνα να φέρω μια τσάντα. Ήμουν σίγουρος ότι ήταν κάτι παράνομο, αλλά δε ξέρω τι είχε μέσα, δε ρώτησα. Θα μου έδινε λεφτά για να φέρω κάτι νόμιμο;», είπε.

Ο ίδιος υποστήριξε ότι άφησε την τσάντα στο διαμέρισμα, παρέδωσε τα κλειδιά στην 38χρονη και στη συνέχεια έλαβε τα χρήματα.

«Άφησα την τσάντα και δεν έμεινα παραπάνω εκεί. Δε γνωρίζω κάτι άλλο, ούτε ποιος έβαλε τα εκρηκτικά. Άφησα την τσάντα, ήρθε η θανούσα, της έδωσα τα κλειδιά, πληρώθηκα και έφυγα. Δεν ρώτησα τίποτα. Ούτε όταν μου είπε να μισθώσω το διαμέρισμα», ανέφερε.

Για τη στιγμή που πληροφορήθηκε την έκρηξη, είπε:

«Μόλις είδα ότι έπαιζε παντού στις ειδήσεις έπαθα κατάθλιψη. Έκλαιγα, δεν ήμουν καλά και κατέβηκα και παραδόθηκα».

Παράλληλα, παραδέχθηκε ότι γνώριζε πως μετέφερε κάτι παράνομο, αλλά υποστήριξε ότι δεν γνώριζε πως επρόκειτο για εκρηκτικό μηχανισμό.

«Ήξερα σίγουρα ότι είναι κάτι παράνομο, δε θα με πλήρωνε για να μεταφέρω ρούχα. Δε μπορώ να εξηγήσω πώς βρέθηκε γενετικό μου υλικό στο φυτίλι, δεν την άνοιξα», είπε.

Ο τρίτος κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στην υπόθεση. Για το δακτυλικό του αποτύπωμα στη σακούλα που περιείχε τον μηχανισμό, υποστήριξε ότι αυτή χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά τροφίμων προς την 38χρονη, την οποία φιλοξενούσε στο σπίτι του στον Δενδροπόταμο μαζί με τη σύζυγό του.

Για την 38χρονη ανέφερε ακόμα ότι γνώριζε πως επρόκειτο να κάνει κάποια παράνομη μεταφορά, αλλά όχι ότι θα εμπλεκόταν σε βομβιστική επίθεση.

«Η 38χρονη δεν μας είχε δώσει δικαίωμα. Είπε “θα κάνω μια δουλειά, θα μεταφέρω ναρκωτικά από Αθήνα – Θεσσαλονίκη” και της είπα “κόψε τις βλακείες, πάλι φυλακή θα πας”, και κούνησε το κεφάλι της. Δεν γνώριζα τίποτα για την έκρηξη στην τράπεζα», υποστήριξε.

Κατά τη διάρκεια της δίκης κατέθεσαν, μεταξύ άλλων, αστυνομικοί, ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος, ιδιοκτήτες οχημάτων και διαμερισμάτων που υπέστησαν ζημιές, η διευθύντρια του τραπεζικού υποκαταστήματος και συγγενείς εμπλεκομένων. Η έκρηξη είχε προκαλέσει σημαντικές ζημιές στην περιοχή, με κατοίκους να αναφέρουν ότι έσπασαν τζάμια σε περίπου 20 σπίτια.

Η  δίκη συνεχίζεται με τις αγορεύσεις των συνηγόρων και αναμένεται η δικαστική απόφαση. Η υπόθεση αφορά την έκρηξη της 3ης Μαΐου 2025, η οποία σημειώθηκε έξω από τραπεζικό υποκατάστημα στη συμβολή των οδών Αγίου Δημητρίου και Πλάτωνος και είχε ως αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό της 38χρονης.