Ο πρόεδρος Τραμπ αντιμετωπίζει μια δύσκολη επιλογή – να παραμείνει στη μάχη για να επιτύχει τους φιλόδοξους στόχους που έχει θέσει, ή να προσπαθήσει να αποσυρθεί από μια διευρυνόμενη και εντεινόμενη σύγκρουση που δημιουργεί καταστροφικά στρατιωτικά, διπλωματικά και οικονομικά κύματα σοκ, διερωτώνται οι New York Times.

Ο Τραμπ γρήγορα ανακάλυψε ότι και οι δύο επιλογές είναι βαθιά προβληματικές.

Μπορεί να συνεχίσει να πολεμά έναν αποδυναμωμένο εχθρό, που παρ’ όλα αυτά έχει αποδειχθεί επιδέξιος στο να αποσπά ένα ταχέως αυξανόμενο οικονομικό τίμημα από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους, παραλύοντας τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας και χτυπώντας πολλές χώρες σε όλη την περιοχή.

Η συνέχιση της σύγκρουσης θα έθετε σε κίνδυνο περισσότερες αμερικανικές ζωές, θα επιτάχυνε το οικονομικό κόστος και θα έθετε σε κίνδυνο την περαιτέρω αποδυνάμωση των συμμαχιών.

Υπάρχει ανησυχία στο εσωτερικό της πολιτικής βάσης του Τραμπ λόγω της απότομης απόκλισης από την υπόσχεσή του να αποφύγει την εμπλοκή της χώρας σε περισσότερους πολέμους.

Ή μπορεί να αρχίσει να υπαναχωρεί, παρόλο που οι περισσότεροι από τους στόχους του – συμπεριλαμβανομένης της διασφάλισης ότι το Ιράν δεν θα έχει ποτέ ξανά την ικανότητα να παράγει πυρηνικά όπλα – δεν έχουν ακόμη επιτευχθεί.

Τα μεγαλύτερα στρατιωτικά επιτεύγματα της κοινής δράσης ΗΠΑ-Ισραήλ μέχρι στιγμής, λένε αξιωματούχοι, είναι η εξάλειψη μεγάλου μέρους του πυραυλικού οπλοστασίου και της αεράμυνας του Ιράν και η παρακώλυση του ναυτικού του.

Ο Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ο βάναυσος ηγέτης της χώρας για σχεδόν 40 χρόνια, είναι νεκρός.

Ωστόσο, μια ενδυναμωμένη θεοκρατία εξακολουθεί να βρίσκεται στην εξουσία, υπό την ηγεσία, όπως φαίνεται, του τραυματισμένου γιου του Αγιατολάχ, ο οποίος έχει ήδη ορκιστεί να συνεχίσει να αξιοποιεί τις ασύμμετρες δυνατότητες του Ιράν, από κυβερνοεπιθέσεις έως την πόντιση ναρκών και την εκτόξευση πυραύλων εναντίον στόχων στην περιοχή.

Η ισχυρή παραστρατιωτική δύναμη του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης και οι πολιτοφυλακές, που τον Ιανουάριο σκότωσαν χιλιάδες Ιρανούς διαδηλωτές παραμένουν στη θέση τους.

Με τον πόλεμο να εισέρχεται στην τρίτη εβδομάδα του, οι συνέπειες διευρύνονται. Δεκατρείς Αμερικανοί έχουν σκοτωθεί στις μάχες. Περισσότεροι από 2.100 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί από την έναρξη του πολέμου, κυρίως στο Ιράν. Περισσότεροι από 1.348 άμαχοι είχαν σκοτωθεί μέχρι την Τετάρτη, σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του Ιράν στα Ηνωμένα Έθνη.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναπτύσσουν 2.500 πεζοναύτες στη Μέση Ανατολή, προσθέτοντας στους 50.000 που βρίσκονται ήδη εκεί, μετά την επίθεση των αμερικανικών δυνάμεων στο νησί Χαργκ, το τεράστιο λιμάνι που χρησιμοποιείται για τη συντριπτική πλειονότητα των πετρελαϊκών ιρανικών εξαγωγών.

Παρά τον ισχυρισμό του υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγσκεθ ότι δεν τον ανησυχεί η απειλή της Τεχεράνης για διακοπή της ναυτιλιακής κυκλοφορίας μέσω του Στενού του Ορμούζ, αυτή η ζωτικής σημασίας πλωτή οδός παραμένει σχεδόν κλειστή, «στραγγαλίζοντας» ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου, ειδικά του πετρελαίου.

Μέχρι το Σάββατο, ο Τραμπ απηύθυνε έκκληση μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην Κίνα, τη Γαλλία, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και τη Βρετανία να στείλουν ναυτικές δυνάμεις για να διασφαλίσουν το Στενό, στην πρώτη δημόσια παραδοχή του ότι για να διατηρηθεί ανοιχτή η ζωτικής σημασίας πλωτή οδός θα μπορούσε να απαιτήσει μεγαλύτερη βοήθεια και περισσότερους πόρους από ό,τι έχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην περιοχή.

Η δεύτερη εβδομάδα του πολέμου οδήγησε την κυβέρνηση Τραμπ να αναγνωρίσει ότι η προθυμία και η ικανότητα του Ιράν να διαταράξει την παγκόσμια οικονομία κλείνοντας το Στενό του Ορμούζ ήταν μεγαλύτερη από ό,τι είχαν προβλέψει οι αξιωματούχοι, όπως και η ικανότητα της Τεχεράνης να διευρύνει τον πόλεμο σε όλη την περιοχή, σύμφωνα με συνεντεύξεις με αξιωματούχους στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, πολλοί από τους οποίους μίλησαν στους NYT υπό τον όρο της ανωνυμίας για να συζητήσουν θέματα εθνικής ασφάλειας.

Μέχρι το Σάββατο, σύννεφα καπνού εθεάθησαν να υψώνονται πάνω από ένα σημαντικό λιμάνι εμπορίας πετρελαίου στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μετά από μια επίθεση με μη επανδρωμένα αεροσκάφη.

Για να συγκρατήσουν τις αυξήσεις των τιμών, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέστειλαν ακόμη και ορισμένες κυρώσεις στην πώληση ρωσικού πετρελαίου. Η πρεσβεία των ΗΠΑ στο Ιράκ έχει δεχθεί δύο επιθέσεις τις τελευταίες ημέρες.

Ο Τραμπ έχει βρεθεί αντιμέτωπος δημόσια με τις επιλογές του για παραμονή ή αποχώρηση, άλλοτε λέγοντας ότι ο πόλεμος έχει σχεδόν κερδηθεί, άλλοτε δείχνοντας να αναγνωρίζει ότι μέλλουν ακόμα σφοδρές μάχες.

Ο πρόεδρος, ο οποίος είπε ότι διέταξε την επίθεση επειδή είχε ένα «καλό προαίσθημα» ότι το Ιράν ετοιμαζόταν να επιτεθεί προληπτικά στις αμερικανικές δυνάμεις στην περιοχή, δήλωσε την άλλη μέρα ότι θα βασιζόταν επίσης στο ένστικτό του για το πότε θα έφευγε.

Δήλωσε στο Fox News ότι «θα το ένιωθε στα κόκαλά του».

Ακόμα και όταν ο κ. Τραμπ επανειλημμένα υποστήριζε ότι ο πόλεμος είχε σχεδόν κερδηθεί, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ συνέχισαν να επιταχύνουν τον ρυθμό των επιχειρήσεών τους και η Ουάσινγκτον συνέχισε να μεταφέρει περισσότερους στρατιωτικούς πόρους στην περιοχή.

Υπήρξαν ενδείξεις ότι η εταιρική σχέση ΗΠΑ-Ισραήλ αντιμετωπίζει πιέσεις. Και ορισμένοι Ρεπουμπλικάνοι ανησυχούν ότι η πολιτική βάση του κ. Τραμπ – η οποία είναι βαθιά καχύποπτη στις ξένες επεμβάσεις – θα μπορούσε να διασπαστεί εάν η αμερικανική δέσμευση ενισχυθεί και οι αμερικανικές απώλειες αυξηθούν.

Οι βοηθοί του Τραμπ υποστηρίζουν ότι 14 ημέρες μετά την έναρξη μιας πολύπλοκης στρατιωτικής επιχείρησης είναι πολύ νωρίς για να κρίνουμε τα αποτελέσματα.

Και επιμένουν ότι ο πρόεδρος είναι έτοιμος «να το πάει μέχρι τέλους».

«Πήρε την απόφαση να αναλάβει το βραχυπρόθεσμο ρίσκο για τις τιμές του πετρελαίου προς μακροπρόθεσμο όφελος της εξάλειψης της απειλής που θέτει το Ιράν για τις Ηνωμένες Πολιτείες», τόνισε το Σάββατο η Κάρολαϊν Λέβιτ, εκπρόσωπος Τύπου του προέδρου.

«Είναι αρκετά σοφός για να γνωρίζει ότι επιχειρήσεις όπως αυτές κρίνονται εκ του αποτελέσματος… Και αν οι ΗΠΑ μπορούν να πουν ότι η ιρανική στρατιωτική ικανότητα έχει εξαλειφθεί, ο πρόεδρος γνωρίζει ότι αυτό θα είναι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα οποιουδήποτε προέδρου στη σύγχρονη εποχή».

Κατέληξε:  «Ο πρόεδρος είναι αποφασισμένος να διασφαλίσει ότι οι στόχοι της Επιχείρησης Επική Οργή θα επιτευχθούν πλήρως».

Ακόμα κι αν ο πρόεδρος έχει δίκιο, οι επιπτώσεις θα είναι αισθητές για χρόνια ή δεκαετίες.

Ο Χοσιάρ Ζαμπαρί, πρώην υπουργός Εξωτερικών και αναπληρωτής πρωθυπουργός του Ιράκ, δήλωσε ότι παρότι πίστευε ότι η δολοφονία του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ ήταν το «τέλος μιας εποχής» για την περιοχή, εντούτοις δεν είναι πεπεισμένος ότι αυτό σήμαινε το τέλος της θεοκρατικής Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν.

«Αντιστέκονται, είναι ανθεκτικοί», είπε. «Αυτός είναι ένας πόλεμος μεταξύ τεχνολογίας και ιδεολογίας. Οι Ιρανοί είναι πιεσμένοι και η κατάστασή τους είναι δύσκολη, αλλά για αυτούς, αυτό είναι υπαρξιακό ζήτημα».

Σε μια συνάντηση στο Οβάλ Γραφείο την περασμένη εβδομάδα, ο απογοητευμένος  Τραμπ άσκησε πιέσεις στον Στρατηγό Νταν Κέιν, πρόεδρο του Γενικού Επιτελείου Στρατού, σχετικά με το γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούσαν να ανοίξουν αμέσως το Ορμούζ.

Η απάντηση ήταν απλή: Ακόμα και ένας Ιρανός στρατιώτης ή μέλος πολιτοφυλακής που διέσχιζε με ταχύτητα τον στενό «λαιμό» του πορθμού με ταχύπλοο θα μπορούσε να εκτοξεύσει έναν κινητό πύραυλο κατευθείαν σε ένα αργό υπερδεξαμενόπλοιο ή να τοποθετήσει μια «νάρκη – πεταλίδα» στο κύτος του.

Με το πετρέλαιο να ξεπερνάει ήδη τα 100 δολάρια το βαρέλι, και τα ασφάλιστρα για τη διέλευση από τον Περσικό Κόλπο να αυξάνονται, η εικόνα περισσότερων φλεγόμενων δεξαμενόπλοιων θα έκανε τους Ιρανούς να φαίνονται πιο ισχυροί από ό,τι είναι στην πραγματικότητα.

Ήδη, έχοντας δει το Ιράν να επιτίθεται σε πλοία γύρω από το Στενό, οι ιδιοκτήτες δεξαμενόπλοιων αρνούνται να αναλάβουν το ρίσκο, ακόμη και μετά τη δήλωση του Τραμπ στο Fox την περασμένη Κυριακή ότι θα έπρεπε να «δείξουν μερικά κότσια».

Αλλά ζητά υποστήριξη από συμμάχους, οι οποίοι τους οποίους σε μεγάλο βαθμό δεν είχε συμβουλευτεί εξ αρχής σχετικά με την απόφαση να εμπλακεί σε πόλεμο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Πενταγώνου – με «πλήρη αεροπορική κυριαρχία», όπως το έθεσε ο Χέγκσεθ, συν τη βύθιση μεγάλου μέρους του ναυτικού του Ιράν και την καταστροφή εκατοντάδων πυραύλων και εκτοξευτών – ο αμερικανικός στρατός είναι μπροστά από το χρονοδιάγραμμα.

«Το Ιράν δεν έχει αεράμυνες, το Ιράν δεν έχει αεροπορία, το Ιράν δεν έχει ναυτικό», δήλωσε ο κ. Χέγκσεθ στους δημοσιογράφους κατά τη διάρκεια ενημέρωσης του Πενταγώνου.

Το Ιράν εκτοξεύει τώρα 90% λιγότερους πυραύλους από ό,τι στην αρχή του πολέμου, ανέφερε το Πεντάγωνο, και 95% λιγότερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη μονής κατεύθυνσης.

«Ποτέ πριν ένας σύγχρονος ικανός στρατός, όπως είχε το Ιράν, δεν είχε καταστραφεί τόσο γρήγορα και δεν είχε καταστεί τόσο αναποτελεσματικός σε μάχη», δήλωσε ο κ. Χέγσεθ στους δημοσιογράφους την Παρασκευή.

Αλλά το πρόβλημα είναι ότι η καταστροφή των συμβατικών δυνάμεών του δεν έχει εξαλείψει την ικανότητα του Ιράν να προκαλεί χάος, ακόμη και στην αποδυναμωμένη του κατάσταση.

Και, πέντε χρόνια μετά την αντιμετώπιση του Τραμπ, οι Ιρανοί φαίνεται να καταλαβαίνουν ότι οι αυξανόμενες τιμές του πετρελαίου και η πτώση των χρηματιστηρίων μπορούν να αποτελέσουν ισχυρά σημεία πίεσης πάνω του.

Παρά τις αυξημένες επιθέσεις τις τελευταίες ημέρες εναντίον των υπολειμμάτων του ιρανικού πολεμικού ναυτικού, η κυκλοφορία μέσω του Στενού έχει σχεδόν σταματήσει. Ανάλυση των New York Times κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μέχρι την Πέμπτη, τουλάχιστον 16 πετρελαιοφόρα, φορτηγά πλοία και άλλα εμπορικά πλοία είχαν δεχθεί επίθεση στον Περσικό Κόλπο, συμπεριλαμβανομένων τριών στο στενότερο τμήμα του Στενού.

Η μία λύση που συζητείται περισσότερο είναι το Ναυτικό των ΗΠΑ να συνοδεύει εμπορικά πλοία μέσω του Στενού του Ορμούζ – μια δαπανηρή και επικίνδυνη επιχείρηση και μια επιχείρηση που αξιωματούχοι της κυβέρνησης παραδέχτηκαν ότι πιθανότατα είναι εβδομάδες μακριά.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να συγκεντρώσουν ακόμη περισσότερα πλοία και αμυντικό εξοπλισμό και να διεξάγουν περαιτέρω επιθέσεις στα ιρανικά όπλα που απειλούν το Στενό.

Το κάλεσμα του Τραμπ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το Σάββατο προς πέντε έθνη να «στείλουν πλοία στην περιοχή, ώστε το Στενό του Ορμούζ να μην αποτελεί πλέον απειλή από ένα έθνος που έχει χάσει εντελώς την ηγεσία του» ήταν αξιοσημείωτη επειδή ήταν η πρώτη φορά που φαινόταν πρόθυμος να οικοδομήσει έναν ευρύ συνασπισμό για την αντιμετώπιση του Ιράν.