Νέα σειρά κρίσιμων ερωτημάτων για τους πραγματικούς όρους και τις «γκρίζες ζώνες» της συμφωνίας ύψους άνω των 3 δισ. ευρώ για την ισραηλινή αντιαεροπορική ομπρέλα («Ασπίδα του Αχιλλέα») προκαλούν οι επίσημες τοποθετήσεις του διευθυντή του Οργανισμού Αντιπυραυλικής Άμυνας του Ισραήλ, Μοσέ Πατέλ.

Πέρα από το ξεκάθαρο «όχι» στην παραχώρηση του πηγαίου κώδικα (source code), ο Ισραηλινός αξιωματούχος παραδέχεται δύο ακόμη κομβικά ζητήματα που αποδομούν τις κυβερνητικές εξαγγελίες:

το πρόβλημα διασύνδεσης του στρατηγικού συστήματος David’s Sling με τις εθνικές νατοϊκές υποδομές, καθώς και την απουσία δεσμευτικής συμφωνίας για το διαφημισμένο 25% της εγχώριας βιομηχανικής συμμετοχής.

Το αμερικανικό βέτο για το David’s Sling

Ενώ για τα τακτικά συστήματα Spyder και Barak MX ο Πατέλ σημειώνει ότι διαθέτουν εγγενή διαλειτουργικότητα Link 16, δεν ισχύει το ίδιο για το βαρύ πυραυλικό σύστημα μεγάλου βεληνεκούς David’s Sling.

Λόγω του ότι το σύστημα αναπτύχθηκε σε συμπαραγωγή με τις ΗΠΑ, η Αθήνα δεν μπορεί αυτόνομα να το συνδέσει με την υπόλοιπη αρχιτεκτονική του ΝΑΤΟ ή με άλλα συστήματα προέλευσης Γαλλίας, Ιταλίας και ΗΠΑ.

Όπως αποκάλυψε ο Πατέλ:

«Σύμφωνα με την άδεια που έχουμε λάβει από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, για να συνδεθεί το David’s Sling με άλλα κράτη ή συστήματα του ΝΑΤΟ, η κυβέρνηση πρέπει να διαθέτει ένα σχέδιο ενσωμάτωσης, ένα “σχέδιο διασύνδεσης” (connection plan) και πρέπει να λάβουμε έγκριση από την κυβέρνηση των ΗΠΑ για να το πράξουμε».

Με απλά λόγια, το κορυφαίο αντιβαλλιστικό όπλο της συμφωνίας με εμβέλεια άνω των 300 χλμ. δεν μπορεί να ενταχθεί άμεσα και αυτόνομα στο εθνικό και συμμαχικό δίκτυο εγκαίρου προειδοποίησης χωρίς το «πράσινο φως» της Ουάσιγκτον.

Το σύστημα David’s Sling δεν είναι απλώς ένα ακόμη όπλο: είναι το ανώτατο, στρατηγικό στρώμα προστασίας της χώρας απέναντι στις πιο καταστροφικές εναέριες απειλές.

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, η αποκάλυψη ότι για τη διασύνδεσή του με το εθνικό δίκτυο απαιτείται ειδική άδεια και «σχέδιο σύνδεσης» εγκεκριμένο από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, δημιουργεί έντονο προβληματισμό.

Τι είναι και τι κάνει το David’s Sling;

Το David’s Sling αναπτύχθηκε από κοινού από την ισραηλινή Rafael Advanced Defense Systems και την αμερικανική Raytheon (RTX). Στο ισραηλινό οπλοστάσιο καλύπτει το κενό ανάμεσα στο τακτικό Iron Dome (κατά ρουκετών και drones) και στο στρατηγικό Arrow (κατά διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων exo-atmospheric).

Έχει σχεδιαστεί για να αναχαιτίζει βαλλιστικούς πυραύλους θεάτρου επιχειρήσεων (TBMs), πυραύλους cruise μεγάλου βεληνεκούς και βαριά κατευθυνόμενα βλήματα.

Το αναχαιτιστικό βλήμα (Stunner / SkyCeptor) είναι ένα τεχνολογικό θαύμα. Δεν φέρει εκρηκτική κεφαλή, αλλά καταστρέφει τον στόχο με καθαρή κινητική ενέργεια (τεχνολογία Hit-to-Kill).

Στο ρύγχος του διαθέτει συνδυασμό ηλεκτροοπτικού/υπέρυθρου αισθητήρα (EO/IR) και ενεργού ραντάρ χιλιοστομετρικού κύματος, γεγονός που καθιστά σχεδόν αδύνατη την παραπλάνησή του από ηλεκτρονικές παρεμβολές ή θερμοβολίδες.

Παρέχει κάλυψη που ξεπερνά τα 250-300 χιλιόμετρα, προστατεύοντας ολόκληρη την ηπειρωτική χώρα και κρίσιμες υποδομές.

Γιατί η διασύνδεση με το Εθνικό Δίκτυο είναι ζωτικής σημασίας;

Ένα σύστημα αντιβαλλιστικής άμυνας μεγάλου βεληνεκούς δεν μπορεί να δράσει αυτόνομα ως απομονωμένο «πυροβολείο».

Ένας εχθρικός βαλλιστικός πύραυλος χρειάζεται ελάχιστα λεπτά από την εκτόξευση μέχρι να πλήξει τον στόχο του. Για να εκτελέσει το David’s Sling έγκαιρη βολή αναχαίτισης, το δικό του ραντάρ δεν αρκεί.

Πρέπει να πάρει στοιχεία τροχιάς από τα ελληνικά ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης στα βουνά και στα νησιά, από τα ιπτάμενα ραντάρ Erieye και από τα αμερικανικά/νατοϊκά δίκτυα δορυφορικού εντοπισμού.

Το David’s Sling πρέπει να «βλέπει» ανά πάσα στιγμή πού πετούν τα φίλια F-16, Rafale, και ποια ίχνη αναλαμβάνουν οι φρεγάτες Belharra ή οι πύραυλοι Patriot. Χωρίς πλήρη, αυτοματοποιημένη διασύνδεση, υπάρχει θανάσιμος κίνδυνος αδυναμίας αναγνώρισης ή ακόμη και φίλιων πυρών (blue-on-blue).

Αν ο αντίπαλος εκτοξεύσει σμήνος πυραύλων και drones, το κεντρικό σύστημα διοίκησης (C2) της Πολεμικής Αεροπορίας πρέπει να κατανείμει αυτόματα τους στόχους: τα χαμηλά drones στο Spyder, τα μεσαία στο Barak MX και τους βαλλιστικούς στο David’s Sling.

Αν το David’s Sling δεν λάβει την άδεια ενσωμάτωσης από τις ΗΠΑ:

Παραμένει «Stand-alone»: Θα μπορεί να εμπλέκει στόχους μόνο με βάση ό,τι «βλέπει» το δικό του οργανικό ραντάρ, χάνοντας τα πολύτιμα λεπτά προειδοποίησης που δίνουν οι υπόλοιποι αισθητήρες του Αιγαίου.

Γραφειοκρατική και πολιτική ομηρία: Επειδή μεγάλο μέρος των κρίσιμων τεχνολογιών του Stunner ανήκει στη Raytheon και χρηματοδοτήθηκε από το αμερικανικό δημόσιο, υπόκειται στους σκληρούς περιορισμούς ITAR (International Traffic in Arms Regulations). Η Ουάσιγκτον διατηρεί το δικαίωμα να εγκρίνει ή να απορρίψει τα πρωτόκολλα διασύνδεσης, καθορίζοντας ουσιαστικά τον τρόπο και τον βαθμό που η Ελλάδα θα μπορεί να αξιοποιήσει το ακριβότερο όπλο της ομπρέλας της.

Στον «αέρα» και το 25% της ελληνικής βιομηχανικής συμμετοχής

Εξίσου αποκαλυπτική είναι η τοποθέτηση του Ισραηλινού επικεφαλής αναφορικά με τη συμπαραγωγή εξαρτημάτων και την εμπλοκή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε ποσοστό 25%.

Αντί για ένα κλειδωμένο και δεσμευτικό βιομηχανικό πρόγραμμα, ο Πατέλ παραδέχεται ότι οι επαφές βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, παραπέμποντας το θέμα σε μελλοντικές συζητήσεις:

«Αυτό είναι κάτι στο οποίο οι βιομηχανίες μας έχουν αρχίσει να δουλεύουν σε συνεργασία με υποψήφιες ελληνικές εταιρείες. Σύμφωνα με την ελληνική απόφαση, δεν αναλύσαμε λεπτομερώς όσα έχουν συμφωνηθεί και υπογραφεί μέχρι στιγμής. Ίσως όμως στο μέλλον, όταν τα πράγματα οριστικοποιηθούν, να μπορέσουμε να αναφερθούμε στα επιμέρους».

Η απάντηση αυτή αποδεικνύει ότι η σύμβαση των 3 δισεκατομμυρίων ευρώ υπεγράφη χωρίς να έχουν «κλειδώσει» συγκεκριμένα υποκατασκευαστικά έργα, συμβόλαια και εξαρτήματα για τις ελληνικές εταιρείες, μετατρέποντας το εξαγγελθέν 25% σε προσδοκία και όχι σε διασφαλισμένη ρήτρα της συμφωνίας.