
Όταν γίνεται λόγος για παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, συνήθως το ενδιαφέρον στρέφεται στους οδηγούς που ξεπερνούν τα επιτρεπόμενα όρια ταχύτητας.
Ωστόσο, κυρώσεις προβλέπονται και για όσους κινούνται με υπερβολικά χαμηλή ταχύτητα χωρίς λόγο και εμποδίζουν την ομαλή ροή της κυκλοφορίας.
Οι αυτοκινητόδρομοι και οι δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας έχουν σχεδιαστεί ώστε τα οχήματα να κινούνται με σταθερές ταχύτητες, χωρίς φωτεινούς σηματοδότες και συχνές διασταυρώσεις. Παρά το γεγονός ότι θεωρούνται ασφαλέστεροι δρόμοι, μια λανθασμένη συμπεριφορά από έναν οδηγό μπορεί να δημιουργήσει επικίνδυνες καταστάσεις.
Σύμφωνα με το άρθρο 23 του ΚΟΚ, ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κινείται με «ασυνήθη βραδύτητα» όταν δεν υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος, εφόσον με αυτόν τον τρόπο παρεμποδίζει την κίνηση των υπόλοιπων οχημάτων. Σε περίπτωση παράβασης, προβλέπεται διοικητικό πρόστιμο ύψους 30 ευρώ.
Η αργή κίνηση μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη όταν οφείλεται, μεταξύ άλλων, στην κατάσταση του δρόμου, στη μορφολογία του εδάφους, σε βλάβη ή περιορισμούς του οχήματος, σε μεγάλο φορτίο, σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες, αυξημένη κίνηση ή άλλη έκτακτη ανάγκη.
Παράλληλα, σε ορισμένα οδικά τμήματα υπάρχουν ειδικές πινακίδες που καθορίζουν το ελάχιστο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας. Η κίνηση κάτω από το συγκεκριμένο όριο, χωρίς αιτία που να τη δικαιολογεί, μπορεί επίσης να επιφέρει πρόστιμο 30 ευρώ.
Επιπλέον, στους αυτοκινητόδρομους και στις οδούς ταχείας κυκλοφορίας απαγορεύεται η χρήση οχημάτων τα οποία, λόγω κατασκευής ή άλλου περιορισμού, δεν μπορούν να αναπτύξουν ταχύτητα μεγαλύτερη των 70 χιλιομέτρων την ώρα σε επίπεδο δρόμο.
Έτσι, ο ΚΟΚ δεν αφορά μόνο την αποφυγή της υπερβολικής ταχύτητας, αλλά και την υποχρέωση των οδηγών να κινούνται με τρόπο που δεν δημιουργεί κινδύνους ή εμπόδια για τους υπόλοιπους χρήστες του δρόμου.