
Υπάρχει κάτι ανακουφιστικό σε ένα καινούργιο αυτοκίνητο που δεν χρειάζεται μακροσκελείς εξηγήσεις για τον τρόπο λειτουργίας του. Πατάς τον συμπλέκτη, βάζεις πρώτη και ξεκινάς. Όλα γίνονται με τον τρόπο που γνωρίζεις, χωρίς να χρειάζεται να προσαρμοστείς σε μια διαφορετική λογική οδήγησης ή να σκέφτεσαι τι συμβαίνει κάθε στιγμή κάτω από το αμάξωμα. Απλώς οδηγείς, όπως έμαθες.
Έτσι ακριβώς σε υποδέχεται το FIAT Grande Panda 1.2T. Η βενζινοκίνητη έκδοση αποτελεί την πιο απλή μηχανικά πρόταση της γκάμας, δίπλα στην Hybrid και την αμιγώς ηλεκτρική, απευθυνόμενη σε εκείνους που θέλουν ένα σύγχρονο και πρακτικό μικρό αυτοκίνητο, χωρίς να απομακρυνθούν από τη γνώριμη συνταγή του θερμικού κινητήρα και του χειροκίνητου κιβωτίου.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το Grande Panda ακολουθεί συντηρητική γραμμή και στην εμφάνιση. Κάθε άλλο. Με μήκος 3,99 m, τετραγωνισμένο αμάξωμα και σχεδόν κάθετες επιφάνειες, έχει μια έντονη παρουσία που το κάνει να δείχνει μεγαλύτερο από όσο πραγματικά είναι. Τα γεωμετρικά φωτιστικά σώματα, η ανάγλυφη ονομασία στις πόρτες και οι μαύρες προστατευτικές επενδύσεις συνθέτουν ένα σύνολο με χαρακτήρα, χωρίς να καταφεύγει σε σχεδιαστικές υπερβολές.
Οι αναφορές στο πρώτο Panda είναι εμφανείς, όχι όμως τόσο έντονες ώστε το νέο μοντέλο να μοιάζει με ρετρό κατασκευή. Περισσότερο πρόκειται για μια σύγχρονη ερμηνεία της ίδιας φιλοσοφίας: απλές γραμμές, καθαρές επιφάνειες και ένα σχήμα που υπηρετεί τη χρηστικότητα. Η απόσταση των 18,3 cm από το έδαφος και τα προστατευτικά χαμηλά στο αμάξωμα προσθέτουν την απαραίτητη crossover χροιά, παρότι η κίνηση μεταδίδεται αποκλειστικά στους εμπρός τροχούς.
Η ίδια λογική συνεχίζεται και στην καμπίνα. Ο σχεδιασμός είναι σαφώς πιο ευφάνταστος από αυτόν που συναντάμε συνήθως στα προσιτά μοντέλα της κατηγορίας, με το οβάλ πλαίσιο γύρω από τις οθόνες και τις χρωματικές λεπτομέρειες να δίνουν έναν πιο παιχνιδιάρικο τόνο. Ταυτόχρονα, όμως, το Grande Panda παραμένει πρωτίστως λειτουργικό.
Υπάρχουν αρκετές θήκες για μικροαντικείμενα, πρακτικά ράφια στο ταμπλό και φυσικοί διακόπτες για τον κλιματισμό. Μια επιλογή που εκτιμάς στην καθημερινότητα, αφού για τις βασικές λειτουργίες δεν χρειάζεται να περιηγείσαι σε ψηφιακά μενού. Η ποιότητα των υλικών δεν ξεφεύγει από τα δεδομένα της κατηγορίας, με σκληρά πλαστικά να κυριαρχούν στο μεγαλύτερο μέρος της καμπίνας. Η συναρμογή, πάντως, δείχνει προσεγμένη και η συνολική εικόνα δεν παραπέμπει σε πρόχειρη κατασκευή.
Λιγότερο πειστικό είναι το σύστημα πολυμέσων, που δεν διακρίνεται ούτε για την ταχύτητα ούτε για την ιδιαίτερα εύκολη διαχείρισή του. Εξοικείωση απαιτούν και ορισμένες λειτουργίες των συστημάτων υποβοήθησης από τα χειριστήρια του τιμονιού. Είναι λεπτομέρειες που θέλουν τον χρόνο τους, χωρίς πάντως να αλλάζουν τη γενικά εύχρηστη εικόνα του εσωτερικού.
Οι εξωτερικές διαστάσεις αξιοποιούνται αποτελεσματικά προς όφελος των επιβατών. Η ψηλή οροφή εξασφαλίζει αρκετό χώρο για το κεφάλι, ενώ δύο ενήλικοι θα καθίσουν πίσω χωρίς να νιώσουν ότι βρίσκονται σε ένα αυτοκίνητο μήκους κάτω από τέσσερα μέτρα. Αντίστοιχα ικανοποιητικό είναι το πορτμπαγκάζ των 350 lt, που καλύπτει με άνεση τις καθημερινές ανάγκες ενός μικρού οικογενειακού αυτοκινήτου.
Κάτω από το καπό βρίσκεται ο υπερτροφοδοτούμενος τρικύλινδρος των 1.199 cc, στην τελευταία γενιά του. Αποδίδει 100 ίππους και 205 Nm και συνδυάζεται με χειροκίνητο κιβώτιο έξι σχέσεων. Σε σχέση με τις προηγούμενες εφαρμογές του κινητήρα, η σημαντικότερη αλλαγή αφορά τον χρονισμό, όπου πλέον χρησιμοποιείται καδένα. Παράλληλα, το μοτέρ διαθέτει τούρμπο μεταβλητής γεωμετρίας, λειτουργία στον κύκλο Miller και άμεσο ψεκασμό στα 350 bar.
Οι 100 ίπποι δεν εντυπωσιάζουν στο χαρτί, ταιριάζουν όμως καλύτερα στο Grande Panda απ’ όσο ίσως περιμένεις. Στις χαμηλές στροφές, κάτω από τις 2.000 rpm, χρειάζεται μια σχέση κάτω όταν ο δρόμος ανηφορίζει ή το αυτοκίνητο είναι φορτωμένο. Από εκεί και πάνω, το τούρμπο γεμίζει προοδευτικά και ο κινητήρας αποκτά σαφώς καλύτερο ρυθμό, επιτρέποντας στο FIAT να κινηθεί σβέλτα χωρίς να χρειάζεται διαρκές κυνήγι του επιλογέα.
Το χειροκίνητο κιβώτιο έξι σχέσεων ταιριάζει απόλυτα στη λογική του αυτοκινήτου. Ο επιλογέας έχει σωστή θέση και οι διαδρομές είναι σαφείς, με μια αίσθηση που ταιριάζει περισσότερο σε αυτοκίνητο που θέλει να το οδηγείς παρά να το διαχειρίζεσαι. Η απουσία στροφόμετρου, πάντως, παραμένει μια παράξενη επιλογή σε μια χειροκίνητη έκδοση. Στην πράξη δεν σε απασχολεί ιδιαίτερα, αφού η ελαστικότητα του κινητήρα είναι αρκετή και ο ήχος του τρικύλινδρου σε ενημερώνει έγκαιρα για το πότε θέλει αλλαγή.
Ο τελευταίος κρατά τον χαρακτηριστικό του παλμό στο ρελαντί και γίνεται πιο έντονος όταν πιέζεται, χωρίς όμως να γίνεται ενοχλητικός στην καθημερινή χρήση. Δεν έχει τον πολιτισμένο χαρακτήρα ενός μεγαλύτερου τετρακύλινδρου, αλλά εδώ δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Η ουσία είναι ότι λειτουργεί πρόθυμα και, κυρίως, προβλέψιμα.
Διαβάστε τη συνέχεια της δοκιμής στο drive.gr