Η τοποθέτηση πινακίδας που απαγορεύει τη στάση ή τη στάθμευση έξω από μια κατοικία μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα ακριβή υπόθεση για όσους προχωρούν σε αυτή την κίνηση χωρίς την απαιτούμενη άδεια.

Η νομοθεσία προβλέπει αυστηρές κυρώσεις για όσους εγκαθιστούν αυθαίρετα πινακίδες ή άλλα μέσα που δεσμεύουν δημόσιο χώρο, καθώς πρόκειται για παρεμβάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την κυκλοφορία και να στερήσουν θέσεις στάθμευσης από τους υπόλοιπους οδηγούς.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν η παράβαση εμπίπτει στις διατάξεις του νέου Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας για μη εγκεκριμένη οδική σήμανση, το διοικητικό πρόστιμο μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 1.500 ευρώ.

Παράλληλα, προβλέπονται και ποινικές κυρώσεις, με ποινή φυλάκισης που μπορεί να αγγίξει τους 12 μήνες.

Ακόμη και όταν η υπόθεση δεν αντιμετωπίζεται με τις αυστηρότερες διατάξεις του ΚΟΚ, η αυθαίρετη κατάληψη τμήματος του οδοστρώματος ή η παράνομη δέσμευση θέσης στάθμευσης μπορεί να επιφέρει πρόστιμο που ξεκινά από τα 350 ευρώ.

Το φαινόμενο έχει γίνει ιδιαίτερα συχνό στις πυκνοκατοικημένες περιοχές, όπου αρκετοί ιδιοκτήτες κατοικιών ή καταστημάτων επιχειρούν να «κρατήσουν» μια θέση στάθμευσης τοποθετώντας πινακίδες, κώνους ή άλλα αντικείμενα στον δρόμο.

Ωστόσο, η συγκεκριμένη πρακτική δεν είναι νόμιμη.

Η τοποθέτηση πινακίδας απαγόρευσης στάσης ή στάθμευσης επιτρέπεται μόνο έπειτα από έγκριση των αρμόδιων αρχών και αφορά κυρίως περιπτώσεις όπου υπάρχει νόμιμη είσοδος σε ιδιωτικό χώρο στάθμευσης ή γκαράζ.

Για τη χορήγηση της σχετικής άδειας απαιτείται η υποβολή συγκεκριμένων δικαιολογητικών, μεταξύ των οποίων και στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη του ιδιωτικού χώρου που πρέπει να παραμένει ελεύθερος για την πρόσβαση των οχημάτων.

Οι αρμόδιες υπηρεσίες υπενθυμίζουν ότι κανείς δεν μπορεί να δεσμεύσει δημόσιο χώρο για αποκλειστική χρήση χωρίς τη νόμιμη διαδικασία, καθώς οι θέσεις στάθμευσης στους κοινόχρηστους δρόμους ανήκουν σε όλους τους πολίτες και η αυθαίρετη οικειοποίησή τους επισύρει σημαντικές κυρώσεις.