Η κρίση ακρίβειας δεν περιορίζεται στα καύσιμα αλλά επεκτείνεται και στο ηλεκτρικό ρεύμα και όπως πάντα με ευθύνη της κυβέρνησης.

Στις 21 Σεπτεμβρίου 2026 η χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα διαμορφώθηκε γύρω στα 177-181 ευρώ/MWh, ανεβάζοντας τη χώρα στην πέμπτη θέση στην ΕΕ από τη δέκατη την προηγούμενη εβδομάδα, σύμφωνα με συγκριτικά στοιχεία.

Σε σχέση με τη μέση τιμή Αυγούστου η αύξηση ήταν από τις μεγαλύτερες στην Ένωση.  

Την επομένη, 22 Σεπτεμβρίου, η τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας εκτινάχθηκε στα 211,76 ευρώ/MWh.

Έναν χρόνο νωρίτερα κυμαινόταν κοντά στα 76-93 ευρώ/MWh.

Η μέση τιμή Σεπτεμβρίου κινείται ήδη περί τα 160 ευρώ/MWh, έναντι περίπου 133 ευρώ τον Αύγουστο, με άμεση ανησυχία για τα τιμολόγια Οκτωβρίου. Νέα υψηλά καταγράφηκαν και στις 25 Σεπτεμβρίου, πάνω από τα 213 ευρώ/MWh.

Στην Ελλάδα σχεδόν το σύνολο της ενέργειας περνά από το Χρηματιστήριο Ενέργειας, ενώ σε χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία σημαντικά μικρότερο ποσοστό διαπραγματεύεται στη χρηματιστηριακή αγορά.

Επιπλέον, Ισπανία και Πορτογαλία αξιοποίησαν την «ιβηρική εξαίρεση», με όριο στο φυσικό αέριο και διαφορετικό μηχανισμό διαμόρφωσης τιμής.

Η Ελλάδα δεν έχει αντίστοιχη ρύθμιση. Το αποτέλεσμα είναι υψηλές και ευμετάβλητες χονδρικές τιμές, ακόμη και όταν οι ΑΠΕ καλύπτουν μεγάλο μέρος του μείγματος. Η πίεση μεταφέρεται στη λιανική, την ίδια ώρα που ανεβαίνουν και τα καύσιμα.

Εύλογα βέβαια τίθεται το ερώτημα: Γιατί η κυβέρνηση μετά από τόσα χρόνια διακυβέρνησης δεν έχει προχωρήσει σε αντίστοιχες κινήσεις για να προστατέψει τους πολίτες; Αντίθετα οι μέχρι τώρα κινήσεις της είναι προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Η κυβέρνηση κατηγορείται ότι εισήγαγε και διατήρησε ένα μοντέλο αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς τις απαραίτητες ασφαλιστικές δικλείδες.

Η τιμή του ρεύματος για το σύνολο της παραγωγής καθορίζεται από την ακριβότερη μονάδα που μπαίνει στο σύστημα (συνήθως το φυσικό αέριο). Αυτό σημαίνει ότι ακόμη κι όταν η ενέργεια παράγεται από φθηνές Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), ο καταναλωτής την πληρώνει με βάση τις υψηλές τιμές του φυσικού αερίου!

Αντί να χτυπήσει την ακρίβεια στη ρίζα της, επιλέγει να επιδοτεί τις υψηλές τιμές, μεταφέροντας ουσιαστικά χρήματα των φορολογουμένων πίσω στις ίδιες τις ενεργειακές εταιρείες.

Η κυβέρνηση αρνείται να μειώσει μόνιμα τον ΦΠΑ στην ενέργεια ή τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα καύσιμα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή.

Το κράτος εισπράττει αυξημένα έσοδα από τους φόρους ακριβώς επειδή οι τιμές είναι υψηλές, επιβαρύνοντας διπλά τους καταναλωτές. 

Η κυβέρνηση έκλεισε εγχώριες λιγνιτικές μονάδες παραγωγής πολύ πιο γρήγορα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθιστώντας την Ελλάδα υπέρμετρα εξαρτημένη από το εισαγόμενο φυσικό αέριο. 

Εν τω μεταξύ αν και οι ΑΠΕ έχουν αυξηθεί, η κυβέρνηση επικρίνεται για τις σοβαρές καθυστερήσεις στην ανάπτυξη δικτύων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες), με αποτέλεσμα η φθηνή «πράσινη» ενέργεια συχνά να «πετιέται» αντί να αξιοποιείται για τη μείωση των τιμών.

Η κυβέρνηση αφήνει απροστάτευτους τους καταναλωτές απέναντι στα νέα ρεκόρ τιμών της χονδρεμπορικής.

Η επίσημη προτροπή των αρμόδιων υπουργείων προς τους πολίτες να μετακινηθούν σε σταθερά (μπλε) τιμολόγια επικρίνεται ως προσπάθεια μετακύλισης της κρατικής ευθύνης στους ίδιους τους καταναλωτές. 

Ο χειμώνας που έρχεται, σύμφωνα με τις προγνώσεις θα είναι ιδιαίτερα βαρύς…