
Οι κάτοικοι των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης ζουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα διαβίωσης καθώς είναι αναγκασμένοι να χάνουν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους κατά τις μαρτυρικές μεταφορές τους στην εργασία και σε άλλους προορισμούς και ταυτόχρονα είναι υποχρεωμένοι να αντεπεξέλθουν στην τρομακτική ακρίβεια των δύο μεγαλύτερων πόλεων της Ελλάδας.
Η Αθήνα βρίσκεται στην 252η θέση ανάμεσα σε 1.000 πόλεις στο Global Cities Index 2026 της Oxford Economics σε ότι αφορά την διαβίωση-επιβίωση.
Η Θεσσαλονίκη είναι στην 439η, θέση. Ο συνολικός δείκτης μετρά οικονομία, ανθρώπινο κεφάλαιο, ποιότητα ζωής, περιβάλλον και διακυβέρνηση.
Nα σημειωθεί ότι Νέα Υόρκη, Λονδίνο και Παρίσι παρά το γεγονός ότι είναι πόλεις πανάκριβες και άνω των δώδεκα εκατομμυρίων κατοίκων η καθεμία, βρίσκονται στην κορυφή της αξιολόγησης στις θέσεις 1,2 και 3 αντίστοιχα.
Χαμηλή αγοραστική δύναμη, μέτρια ασφάλεια, υψηλή αναλογία τιμής κατοικίας προς εισόδημα, όλα αυτά τα νιώθουν οι Αθηναίοι και οι Θεσσαλονικείς στην καθημερινότητά τους.
Η παραδοσιακή υπόσχεση των δύο μεγάλων αστικών κέντρων της Ελλάδας, της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, για επαγγελματική αποκατάσταση, ποιότητα ζωής και ευκαιρίες, μοιάζει πλέον με μακρινή ανάμνηση.
Σήμερα, η καθημερινότητα των πολιτών που ζουν και εργάζονται σε αυτές τις πόλεις χαρακτηρίζεται από μια διαρκή οικονομική και ψυχολογική πίεση. Η διαβίωση δεν είναι πια ζήτημα άνεσης, αλλά μια καθημερινή άσκηση ισορροπίας σε τεντωμένο σκοινί.
Η βασικότερη ρίζα της δυσκολίας εντοπίζεται στη στεγαστική κρίση. Τα ενοίκια στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη έχουν καταγράψει ένα ασταμάτητο ράλι ανόδου, με τις τιμές να έχουν αυξηθεί σωρευτικά πάνω από 23% τα τελευταία τρία χρόνια και τις αξίες των ακινήτων να έχουν εκτιναχθεί.
Το πρόβλημα είναι διαρθρωτικό: Η αλματώδης ανάπτυξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων (τύπου Airbnb), η εξωτερική επενδυτική ζήτηση και η δραματική έλλειψη μικρών, οικονομικών διαμερισμάτων (25-50 τ.μ.) έχουν μετατρέψει τη στέγαση σε «είδος πολυτελείας».
Ένας μέσος μισθωτός, ένας νέος εργαζόμενος ή ένας φοιτητής καλείται να διαθέσει ακόμη και πάνω από το μισό του μηνιαίου εισοδήματός του μόνο για να καλύψει το ενοίκιο και τους λογαριασμούς του σπιτιού του.
Η πίεση δεν σταματά στην πόρτα του σπιτιού. Η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών για βασικά αγαθά και υπηρεσίες αγγίζει πλέον πολύ υψηλά επίπεδα, με το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού των χαμηλότερων εισοδηματικά στρωμάτων να απορροφάται αποκλειστικά από τα τρόφιμα και τη στέγη.
Το σούπερ μάρκετ, η μετακίνηση, η θέρμανση και η βασική ψυχαγωγία απαιτούν θυσίες. Ένα απλό γεύμα για δύο άτομα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη κοστίζει σημαντικά περισσότερο σε σχέση με την επαρχία, επιβεβαιώνοντας ότι η ζωή στα μεγάλα αστικά κέντρα έχει γίνει δυσανάλογα ακριβή για τους μισθούς που προσφέρει η αγορά εργασίας.
Πέρα από το οικονομικό σκέλος, η ποιότητα ζωής πλήττεται βάναυσα από την κατάσταση των υποδομών.
Στην Αθήνα, το κυκλοφοριακό χάος στους κεντρικούς οδικούς άξονες κλέβει καθημερινά πολύτιμες ώρες από τη ζωή των πολιτών, ενώ τα μέσα μαζικής μεταφοράς συχνά αδυνατούν να εξυπηρετήσουν με αξιοπρέπεια τον όγκο του πληθυσμού.
Στην «κουρασμένη» Θεσσαλονίκη, τα προβλήματα στην καθημερινή διοίκηση, η καθυστέρηση μεγάλων έργων υποδομής και η χρόνια έλλειψη εναλλακτικών δικτύων μετακίνησης δημιουργούν ένα εξίσου ασφυκτικό περιβάλλον για τους κατοίκους της.
Η Αθήνα χρειάζεται τουλάχιστον 70 ακόμα σταθμούς σε επεκτάσεις και άλλες δύο γραμμές μετρό για να καλυφθεί πλήρως ο κάθε εργαζόμενος και η Θεσσαλονίκη ακόμα 30 σταθμούς σε επεκτάσεις και άλλη μία γραμμή μετρό.
Τα έργα καθυστερούν απελπιστικά και κοστίζουν τρεις φορές περισσότερο από ότι είχε προβλεφθεί.
Μετά από τόσα πακέτα στήριξης από EΣΠA, ETEΠ, «Connecting Europe» και τόσα άλλα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, αυτά τα έργα έπρεπε ήδη να έχουν υλοποιηθεί και να είναι λειτουργικά.
Οι ζωές των ανθρώπων είναι πεπερασμένες και δεν μπορούν να περιμένουν.
Δεν μπορούν να εξασφαλίσουν ότι δεν θα πεθάνουν για να μπορούν να μετακινηθούν σε κάθε γωνιά της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης χωρίς να χρειαστεί να πάρουν αυτοκίνητο ή να χρησιμοποιήσουν ένα από τα εκατοντάδες λεωφορεία της «αμαρτίας» που κυκλοφορούν στις δύο μεγαλουπόλεις και που φτάνουν στον προορισμό τους μετά από ώρες.
Λεωφορεία τα οποία κάποιος θα πρέπει να περιμένει στην στάση μέσα στο «λιοπύρι» το καλοκαίρι και στο «ψοφόκρυο» και στις βροχές μέσα στον χειμώνα.
Νέα Υόρκη, Λονδίνο και Παρίσι που προαναφέραμε έχουν στάση μετρό σχεδόν σε κάθε 500 μέτρα απόσταση και σε κάθε συνοικία.
Η έλλειψη ελεύθερων πράσινων χώρων, η ηχορύπανση και οι εξουθενωτικοί ρυθμοί εργασίας συνθέτουν ένα εφιαλτικό σκηνικό που επιβαρύνει καθημερινά την ψυχική υγεία των πολιτών.