Επιστολή-φωτιά προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή με σφοδρή κριτική για τις πρόσφατες νομοθετικές τροποποιήσεις από τη Βουλή με αποφάσεις «που έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην ανεξάρτητη και αποτελεσματική λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) στην Ελλάδα» έστειλε η Λάουρα Κοβέσι .

Πρόκειται για την εσπευσμένη αλλαγή στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για τους βουλευτές και το «μπλόκο» του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου στην ανανέωση της θητείας των 3 Ελλήνων Ευρωεισαγγελέων.

Η Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέας αναφέρει στην επιστολή της στην Κομισιόν ότι

«η βεβιασμένη τροποποίηση του Ελληνικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η οποία θεσπίζει ειδική διαδικασία για κακουργήματα που διαπράττονται από βουλευτές, έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ικανότητα της EPPO να διερευνά και να ασκεί δίωξη αποτελεσματικά για αδικήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της στην Ελλάδα.

Επιπλέον, η πρόσφατη άρνηση του Ελληνικού Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου να αναγνωρίσει την πλήρη ισχύ της απόφασης που έλαβε το Σώμα της ΕΕΔΠ στις 12 Νοεμβρίου 2025, για την ανανέωση της θητείας τριών Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων για 5 έτη, έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ανεξαρτησία της ΕΕΔΠ στην Ελλάδα».

«Ως εκ τούτου, ο Ευρωπαίος Εισαγγελέας» όπως αναφέρει η σχετική ανακοίνωση της ευρωπαϊκής Εισαγγελίας «ενημέρωσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με αυτές τις εξελίξεις, οι οποίες δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη συμμόρφωση των ελληνικών αρχών με την υποχρέωση ειλικρινούς συνεργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΣΕΕ.

Η Εισαγγελία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) είναι η ανεξάρτητη εισαγγελική αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι αρμόδια για τη διερεύνηση, τη δίωξη και την παραπομπή σε δίκη εγκλημάτων κατά των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ.»

Δήλωση σχετικά με τις πρόσφατες εξελίξεις που επηρεάζουν την αποτελεσματική και ανεξάρτητη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) στην Ελλάδα

«(Λουξεμβούργο, 22 Μαΐου 2026) – Σήμερα, η Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέας απέστειλε επιστολή προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με την Αιτιολογική Σκέψη 16 του Κανονισμού (ΕΕ) 2020/2092 της 16ης Δεκεμβρίου 2020 σχετικά με ένα γενικό καθεστώς αιρεσιμότητας για την προστασία του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Κανονισμός για την Αιρεσιμότητα), επισημαίνοντας πρόσφατες νομοθετικές τροποποιήσεις και αποφάσεις με δυσμενείς επιπτώσεις στην ανεξάρτητη και αποτελεσματική λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) στην Ελλάδα.

Η εσπευσμένη τροποποίηση του ελληνικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η οποία θεσπίζει μια ειδική διαδικασία για κακουργήματα που διαπράττονται από βουλευτές, έχει αρνητικό αντίκτυπο στην ικανότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να διερευνά και να διώκει αποτελεσματικά αδικήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της στην Ελλάδα.

Επιπλέον, η πρόσφατη άρνηση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου της Ελλάδας να αναγνωρίσει την πλήρη ισχύ της απόφασης που έλαβε το Σώμα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στις 12 Νοεμβρίου 2025 για την ανανέωση της θητείας τριών Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων για 5 έτη, έχει αρνητικό αντίκτυπο στην ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Ελλάδα.

Ως εκ τούτου, η Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέας ενημέρωσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τις εξελίξεις αυτές, οι οποίες εγείρουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη συμμόρφωση των ελληνικών αρχών με την υποχρέωσή τους για ειλικρινή συνεργασία βάσει του Άρθρου 4 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ).

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) είναι η ανεξάρτητη δημόσια εισαγγελία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι αρμόδια για τη διερεύνηση, τη δίωξη και την παραπομπή στη δικαιοσύνη εγκλημάτων κατά των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ.»

Η επιστολή Κοβέσι έρχεται στον απόηχο των δύο επιστολών που απέστειλε πρόσφατα στον Γιώργο Φλωρίδη, στις οποίες διατυπώνει τις απόψεις τις σε σχέση με διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, αλλά και των δηλώσεων του Έλληνα υπουργού σύμφωνα με τις οποίες η επιτάχυνση της εκδίκασης υποθέσεων που αφορούν πολιτικά πρόσωπα δεν θίγει το πλαίσιο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και ότι η νομοτεχνική βελτίωση που κατατέθηκε καθιστά σαφές ότι «στις υποθέσεις της ευρωπαϊκής εισαγγελίας δεν θίγεται τίποτα απολύτως…».