Η Γη σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη που ρίχνει φως στο μακρινό μέλλον του Ηλιακού Συστήματος, θα καταστραφεί όταν ο Ήλιος ολοκληρώσει τον κύκλο ζωής του, σε περίπου πέντε δισεκατομμύρια χρόνια.

Η έρευνα, από επιστήμονες του Πανεπιστημίου του Σεντ Άντριους στη Σκωτία, αξιοποιεί παρατηρήσεις από το διαστημικό τηλεσκόπιο James Webb και δεδομένα από εξωπλανήτες που βρίσκονται γύρω από «νεκρά» άστρα, προκειμένου να προσομοιάσει τι θα συμβεί όταν ο Ήλιος εξαντλήσει τα καύσιμά του.

Οι αστρονόμοι περιγράφουν ότι η μελέτη τέτοιων συστημάτων λειτουργεί ουσιαστικά σαν μια «ματιά στο μέλλον» της Γης.

Σε αυτό το σενάριο, ο Ήλιος πρώτα θα διογκωθεί σε ερυθρό γίγαντα, αυξάνοντας δραματικά το μέγεθός του, πριν καταρρεύσει σε λευκό νάνο.

Κατά τη φάση της διαστολής, ο Ερμής και η Αφροδίτη αναμένεται να καταστραφούν πλήρως, ενώ η Γη πιθανότατα θα υποστεί αντίστοιχη μοίρα ή θα καταστεί μη κατοικήσιμη λόγω των ακραίων θερμοκρασιών και της απορρόφησης από τα εξωτερικά στρώματα του Ήλιου.

Για τους εξωτερικούς πλανήτες, όπως ο Δίας και ο Κρόνος, το τελικό αποτέλεσμα παραμένει λιγότερο ξεκάθαρο.

Στο πλαίσιο της μελέτης, οι ερευνητές εξέτασαν τον εξωπλανήτη WD 1856 b, ο οποίος βρίσκεται σε τροχιά γύρω από έναν λευκό νάνο περίπου 80 έτη φωτός μακριά από τη Γη.

Η συμπεριφορά του πλανήτη αυτού δίνει πολύτιμες ενδείξεις για το πώς μπορεί να εξελιχθούν πλανητικά συστήματα μετά τον «θάνατο» ενός άστρου.

Σύμφωνα με την ομάδα, ο συγκεκριμένος πλανήτης παρουσιάζει ιδιαίτερα ασυνήθιστα χαρακτηριστικά, καθώς έχει μάζα αντίστοιχη του Δία αλλά κινείται σε εξαιρετικά κοντινή τροχιά γύρω από ένα άστρο στο μέγεθος της Γης.

Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η σημερινή του θέση δεν μπορεί να είναι η αρχική του, καθώς θα είχε καταστραφεί κατά τη φάση του ερυθρού γίγαντα, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πιθανότατα μετανάστευσε προς το εσωτερικό του συστήματος σε μεταγενέστερο στάδιο.

Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης, που δημοσιεύθηκε στο Nature, είναι ότι οι πλανητικές τροχιές μετά τον θάνατο ενός άστρου μπορούν να αλλάξουν δραματικά, ενώ ορισμένοι κόσμοι ενδέχεται να επιβιώσουν για δισεκατομμύρια χρόνια, έστω και σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες από τις αρχικές τους.