
Νέα επιστημονική μελέτη υποστηρίζει ότι ο Γαλαξίας μας δεν είχε πάντοτε τον σημερινό του προσανατολισμό, αλλά άλλαξε δραστικά θέση έπειτα από μια γιγαντιαία σύγκρουση με έναν νάνο γαλαξία πριν από περίπου 10 δισεκατομμύρια χρόνια.
Σύμφωνα με ερευνητές του Πανεπιστημίου του Ντάραμ, ο νεαρός τότε Γαλαξίας συγκρούστηκε μετωπικά με τον νάνο γαλαξία Gaia Sausage-Enceladus, γνωστό και ως Gaia Sausage.
Η σύγκρουση οδήγησε στη διάλυση του μικρότερου γαλαξία, τα άστρα του οποίου ενσωματώθηκαν στον δικό μας.
Οι προσομοιώσεις που πραγματοποιήθηκαν σε υπερυπολογιστές δείχνουν ότι η σύγκρουση δεν επηρέασε μόνο τη δομή του Γαλαξία, αλλά πιθανότατα προκάλεσε και μεταβολή του προσανατολισμού του γαλαξιακού δίσκου κατά περισσότερο από 90 μοίρες, διαδικασία που εξελίχθηκε σε διάστημα εκατοντάδων εκατομμυρίων ετών.
«Πιθανότατα χρειάζονται τουλάχιστον μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια», ανέφερε ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας, Κίριλ Μπατράκοφ, αναφερόμενος στον χρόνο που απαιτήθηκε για να ολοκληρωθεί αυτή η κοσμική ανατροπή.
Η έρευνα ξεκίνησε από μια προσπάθεια να εξηγηθεί γιατί τα άστρα της γαλαξιακής άλω κινούνται σημαντικά πιο αργά από εκείνα που βρίσκονται στον γαλαξιακό δίσκο.
Τα δεδομένα της αποστολής Gaia του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος δείχνουν ότι τα άστρα του δίσκου περιστρέφονται γύρω από το κέντρο του Γαλαξία με ταχύτητα περίπου 220 χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο, ενώ εκείνα της άλω κινούνται με μόλις 25 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο.
Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι αυτή η διαφορά μπορεί να εξηγηθεί από την αρχαία σύγκρουση, η οποία άλλαξε τόσο τη δομή όσο και τον προσανατολισμό του Γαλαξία.
Η ύπαρξη του Gaia Sausage έγινε γνωστή το 2018, όταν αστρονόμοι που ανέλυσαν στοιχεία της αποστολής Gaia εντόπισαν άστρα με ιδιαίτερα επιμήκεις τροχιές, οι οποίες μαρτυρούσαν ότι προέρχονταν από έναν ξένο γαλαξία που διαλύθηκε κατά τη σύγκρουσή του με τον Γαλαξία μας.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι επρόκειτο για το τελευταίο μεγάλο γεγονός συγχώνευσης στην ιστορία του Γαλαξία, το οποίο διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τη σημερινή του μορφή.
Τα αποτελέσματα της μελέτης παρουσιάστηκαν στο Εθνικό Συνέδριο Αστρονομίας της Βασιλικής Αστρονομικής Εταιρείας, που πραγματοποιείται στο Μπέρμιγχαμ.