Η Φλόριντα έγινε η πρώτη πολιτεία των ΗΠΑ που καταθέτει αγωγή εναντίον της OpenAI και του διευθύνοντος συμβούλου της Σαμ Όλτμαν, βάζοντας στο επίκεντρο την ασφάλεια του ChatGPT.

Σύμφωνα με τον γενικό εισαγγελέα Τζέιμς Ούτμαϊερ, η εταιρεία φέρεται να διέθεσε στο κοινό ένα προϊόν τεχνητής νοημοσύνης χωρίς επαρκείς δικλείδες ασφαλείας, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν ενδείξεις πως θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με επικίνδυνους τρόπους.

Η αγωγή έκτασης 83 σελίδων, αναφέρει ότι το chatbot έχει κατά καιρούς εμπλακεί σε συνομιλίες που σχετίζονται με βίαιες συμπεριφορές ή αυτοκαταστροφικές τάσεις, ενώ εγείρονται ανησυχίες για το κατά πόσο μπορεί να δημιουργεί ψευδαίσθηση συναισθηματικής σχέσης, ιδιαίτερα σε νεότερους χρήστες.

Στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας της πολιτείας βρίσκεται και η κατηγορία ότι η ταχεία εμπορική ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης τέθηκε πάνω από την ασφάλεια, στο πλαίσιο μιας έντονα ανταγωνιστικής αγοράς όπου κυριαρχεί η πίεση για πρωτιά και κέρδος.

Η υπόθεση αποκτά επιπλέον βαρύτητα λόγω σύνδεσης που επιχειρείται με πρόσφατη έρευνα γύρω από τραγικό περιστατικό σε πανεπιστήμιο της Φλόριντα, όπου εξετάζεται αν είχε προηγηθεί χρήση του ChatGPT από τον δράστη.

Παράλληλα, έχει ήδη κατατεθεί και ξεχωριστή αγωγή από οικογένεια θύματος, με αντίστοιχους ισχυρισμούς.

Η κίνηση της Φλόριντα εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κύμα αυξανόμενης πίεσης προς τις εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης, καθώς κυβερνήσεις και ρυθμιστικές αρχές παγκοσμίως επιχειρούν να θέσουν όρια και κανόνες σε μια τεχνολογία που εξελίσσεται ταχύτερα από το θεσμικό πλαίσιο που τη διέπει.