Σαν σήμερα 6 Αυγούστου 1976 το τουρκικό ερευνητικό σκάφος «Χόρα» εισήλθε για πρώτη φορά σε περιοχή της ελληνικής υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο, προκαλώντας έντονη διπλωματική αντιπαράθεση ανάμεσα στην Αθήνα και την Άγκυρα.

Η κίνηση αυτή ήρθε μόλις δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις των δύο χωρών παρέμεναν ιδιαίτερα τεταμένες.

Η παρουσία του «Χόρα» σε αμφισβητούμενες θαλάσσιες περιοχές δημιούργησε φόβους για νέα κρίση και αύξησε κατακόρυφα την ένταση στο Αιγαίο.

Το τουρκικό σκάφος, συνοδευόμενο από πολεμικά πλοία, ξεκίνησε σεισμικές έρευνες, με την ελληνική πλευρά να υποστηρίζει ότι παραβίαζε τα κυριαρχικά της δικαιώματα στην περιοχή της υφαλοκρηπίδας.

Η αντίδραση της κυβέρνησης Καραμανλή

Η τότε ελληνική κυβέρνηση υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή επέλεξε να αντιμετωπίσει την κρίση κυρίως μέσω της διπλωματικής οδού, χωρίς να οδηγήσει την κατάσταση σε στρατιωτική αναμέτρηση.

Η Αθήνα προχώρησε σε προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, ζητώντας την παρέμβαση της διεθνούς κοινότητας, ενώ παράλληλα προσέφυγε και στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, επιδιώκοντας την επίλυση της διαφοράς με βάση το διεθνές δίκαιο.

Στόχος της ελληνικής πλευράς ήταν να αναδείξει διεθνώς το ζήτημα της παραβίασης της υφαλοκρηπίδας και να αποτραπεί μια επικίνδυνη στρατιωτική κλιμάκωση.

Η αποχώρηση του «Χόρα»

Παρά την ένταση που είχε δημιουργηθεί, η κρίση δεν εξελίχθηκε σε θερμό επεισόδιο. Το «Χόρα» συνέχισε για μικρό χρονικό διάστημα τις έρευνές του, πριν τελικά επιστρέψει στη Σμύρνη στις 17 Αυγούστου 1976.

Ωστόσο, η υπόθεση άφησε βαθύ αποτύπωμα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και αποτέλεσε ένα από τα πρώτα μεγάλα επεισόδια της μεταπολίτευσης που ανέδειξαν τη διαφωνία των δύο χωρών σχετικά με την υφαλοκρηπίδα και τα δικαιώματα στο Αιγαίο.

Η κρίση του «Χόρα» έδειξε ότι οι θαλάσσιες ζώνες και η εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων θα αποτελούσαν για τις επόμενες δεκαετίες ένα από τα σημαντικότερα σημεία αντιπαράθεσης ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία.