Αυτήν τη χρονιά (322 π. Χ.) ο Αρριδαίος που είχε ορισθεί υπεύθυνος για την μεταφορά της σορού του Αλεξάνδρου, ετοιμαζόταν για το ταξίδι, αφού είχε τελειώσει την κατασκευή και διακόσμηση της αρμάμαξας που επρόκειτο να μεταφέρει το σώμα του βασιλιά.

Κι επειδή το έργο αυτό, αντάξιο της δόξας του Αλέξανδρου, υπερέβη όλα τα άλλα όχι μόνο στη δαπάνη, γιατί η κατασκευή του χρειάσθηκε πολλά τάλαντα, αλλά υπήρξε περιβόητο και για την κομψότητα της τέχνης, νομίζομεν ότι είναι καλό να το περιγράψωμε.

Πρώτα κατασκευάσθηκε ένα φέρετρο από σφυρήλατο χρυσό, ανάλογο με το μέγεθος του σώματος και το μέρος γύρω απ’ το σώμα το γέμισαν με αρώματα, που έδιναν στο σώμα ευωδία και το διατηρούσαν άφθαρτο. (φανταστείτε να βρεθεί το σώμα του Μέγα Αλέξανδρου άφθαρτο)!!!

Επάνω στη θήκη του φερέτρου είχε τοποθετηθεί ένα χρυσό κάλυμμα που εφάρμοζε ακριβώς στην επάνω περιφέρεια. Επάνω σε αυτό ήταν απλωμένη μια μεγαλοπρεπής πορφυρή στολή χρυσοποίκιλτη, δίπλα στην οποία έθεσαν τα όπλα του πεθαμένου, γιατί ήθελαν να συνδυάσουν αρμονικά όλη αυτή τη μεγαλοπρέπεια με τα μεγάλα του κατορθώματα.

Μετά έστησαν δίπλα την αρμάμαξα που επρόκειτο να μεταφέρει το φέρετρο. Στο επάνω μέρος της κατασκεύασαν ένα χρυσό θόλο, που είχε πλάτος οχτώ πήχες και μήκος δώδεκα, σκεπασμένον με πέταλα από πολύτιμους λίθους. Κάτω απ’την οροφή, καθ’ όλο το μήκος του έργου, είναι ένας θριγκός (Θρίγκος είναι το τμήμα του οικοδομήματος πάνω από τους στύλους, το ακροτοίχιο) χρυσός σε σχήμα τετράγωνο, με ανάγλυφες προτομές τραγελάφων, απ’τις οποίες κρέμονται χρυσοί κρίκοι διπάλαμοι, απ’ τους οποίους ήταν κρεμασμένη μια πομπική γιρλάντα, διακοσμημένη ωραιότατα με λαμπερά χρώματα όλων των ειδών.

Στις άκρες υπήρχαν θύσανοι δικτυωτοί, απ’τους οποίους ήταν κρεμασμένοι μεγάλοι κώδωνες, ώστε όποιος πλησιάζει ν’ακούη τον ήχο από μεγάλη απόσταση.

Σε κάθε γωνιά του θόλου κάθε πλευράς ήταν ένα χρυσό άγαλμα της Νίκης τροπαιοφόρου. Η κιονοστοιχία που στήριζε την καμάρα ήταν χρυσή με Ιωνικά κιονόκρανα.

Και μέσα στην κιονοστοιχία ήταν ένα χρυσό δίχτυ που η πλοκή του είχε πάχος ένα δάχτυλο και έφερε τέσσερις μεγάλους “ζωοφόρους” (πίνακας που επάνω του απεικονίζονται ζώα) πίνακες, που ενώνονταν στις άκρες, καθέναν ίσον στο μήκος με την πλευρά της κιονοστοιχίας.

Ο πρώτος απ’τους πίνακες είχε ένα άρμα ανάγλυφο κι επάνω του καθόταν ο Αλέξανδρος και κρατούσε στα χέρια του ένα λαμπρό σκήπτρο. Γύρω απ’ τον βασιλιά ήταν οπλισμένοι ακόλουθοι, μια ομάδα από Μακεδόνες και μια άλλη από Πέρσες “μηλοφόρους” (της σωματοφυλακής) και μπροστά απ’ αυτούς οπλισμένοι στρατιώτες.

Ο δεύτερος πίνακας έδειχνε τους ελέφαντες, αρματωμένους για πόλεμο, που ακολουθούσαν τη σωματοφυλακή. Και έφεραν μπροστά αναβάτες Ινδούς και πίσω Μακεδόνες αρματωμένους με τον συνήθη τους εξοπλισμό.

Ο τρίτος πίνακας έδειχνε ίλες ιππικού σε σχηματισμό μάχης κι ο τέταρτος παρίστανε πλοία έτοιμα για ναυμαχία. Δίπλα στην είσοδο της καμάρας, ήταν χρυσά λιοντάρια με το βλέμμα στραμμένο προς τους εισερχόμενους.

Στο κέντρο κάθε κίονος υπήρχε μια χρυσή άκανθα που ανεβαίνει λίγο λίγο απ’τη βάση ως το κιονόκρανο.

Και πάνω απ’ την καμάρα στο μέσον της κορυφής της υπήρχε μια πορφυρή σημαία υπαίθρια, που είχε ένα μεγάλο χρυσό στεφάνι ελιάς, που όταν ο ήλιος έριχνε πάνω του τις ακτίνες του, παρήγαγε μια αστραφτερή και παλλόμενη ανταύγεια, ώστε από μεγάλη απόσταση να φαίνεται σαν αστραπή.

Το σώμα της άμαξας κάτω απ’τον θολωτό θάλαμο είχε δυο άξονες, στις άκρες των οποίων γύριζαν τέσσερις τροχοί περσικοί, των οποίων “αι πλήμναι” (Πλήμνη είναι το κεντρικό μέρος του τροχού, από το οποίο περνάει ο άξων και στηρίζονται οι ακτίνες του) και οι ακτίνες ήταν επίχρυσες, και η στεφάνη που ακουμπούσε στο έδαφος ήταν σιδερένια. Οι άκρες των αξόνων που προεξείχαν ήταν κατασκευασμένες χρυσές σε σχήμα κεφαλής λέοντος, που κρατούσε στα δόντια δόρυ.

Κατά το μέσον του μήκους τους οι άξονες είχαν στήριγμα που εφάρμοζε με τέχνη στο μέσον του θαλάμου, ώστε ο θάλαμος να μένει ασάλευτος στους τρανταγμούς της άμαξας όταν περνάη από ανώμαλα μέρη.

Η άμαξα είχε τέσσερα τιμόνια και σε κάθε τιμόνι ήταν ζεμένες τέσσερες σειρές με τέσσερες ημιόνους κάθε σειρά, ώστε ο συνολικός αριθμός των ημιόνων έφθασε τους εξήντα τέσσερες, διαλεγμένους για τη ρώμη τους και το ανάστημα τους. Κάθε ημίονος ήταν στεφανωνένος με χρυσό στεφάνι κι από κάθε σαγόνι είχε κρεμασμένο ένα χρυσό κουδούνι και στον τράχηλο είχε λαιμαριά λιθοκόλλητη.

Η αρμάμαξα λοιπόν ήταν κατ’αυτόν τον τρόπο κατασκευασμένη και φαινόταν μεγαλοπρεπέστερη με την όραση απ’ ότι φαίνεται με την περιγραφή. Για τη φήμη της που απλώθηκε παντού προσείλκυε πολλούς θεατές. Γιατί από κάθε πόλη που περνούσε, όλος ο κόσμος έβγαινε να την προϋπαντήση και πάλι την προέπεμπε και δεν χόρταιναν να την βλέπουν.

Συνακόλουθα με τη μεγαλοπρέπεια αυτή, συνόδευε την άμαξα και πλήθος οδοποιών και τεχνιτών, καθώς και συνοδεία στρατιωτών.

Ο Αρριδαίος λοιπόν, που κατανάλωσε σχεδόν δύο χρόνια για να ετοιμάση αυτό το έργο, μετέφερε το σώμα του βασιλιά από την Βαβυλώνα στην Αίγυπτο.

Ο Πτολεμαίος, τιμώντας τον Αλέξανδρο, έφθασε με στρατό ως τη Συρία, όπου παρέλαβε τον νεκρό και τον εφρόντισε όπως άξιζε. Προς το παρόν αποφάσισε να μην τον μεταφέρει στον Άμμωνα, αλλά να τον ενταφιάση στην πόλη που είχε κτισθεί από τον ίδιο τον Αλέξανδρο, που ήταν σχεδόν η επιφανέστατη πόλη της οικουμένης.

Μια φωτογραφία χίλιες λέξεις: Ακολούθησε το pronews.gr στο Instagram για να «δεις» τον πραγματικό κόσμο!

Κατασκεύασε λοιπόν ένα τέμενος, αντάξιο προς την δόξα του Αλεξάνδρου και στο μέγεθος και στην κατασκευή, στο οποίο τον ενταφίασε και τον ετίμησε με θυσίες ήρωος και με την οργάνωση μεγαλοπρεπών αγώνων. Γι’ αυτό έλαβε λαμπρή ανταμοιβή όχι μόνο απ’ τους ανθρώπους, αλλά και από τους θεούς.
ΔΙΟΔΩΡΟΥ ΣΙΚΕΛΙΩΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΝ ΙΗ’ παρ. 26-28.