
Υπήρξε μια ταραγμένη περίοδος στην Ελλάδα κατά την οποία η έννοια της πολιτικής δολοφονίας δεν ήταν απλά μια ιστορική ωρολογία που τη συναντούσαν στα μαθήματά εγκληματολογίας οι φοιτητές των κοινωνικών επιστημών αλλά ένα φαινόμενο που απασχολούσε όλο και πιο συχνά την επικαιρότητα.
Από την δεκαετία του ’60 -και τις εποχές που καθορίστηκαν από τη δολοφονία του Λαμπράκη- και από εκεί στα χρόνια μετά την πτώση της Χούντας και της πρώτης περιόδου δράσης της 17 Νοέμβρη μέχρι την σύλληψη των μελών της και τη διάλυσή της δυο χρόνια πριν τους Ολυμπιακούς της Αθήνας, οι δολοφονίες με πολιτικά κίνητρα έδιναν και έπαιρναν.
Προφανώς, η δράση της 17 Νοέμβρη είναι το πρώτο παράδειγμα που έρχεται στο μυαλό όλων μας αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. καθώς μπόλικες οργανώσεις, συγγενικές ιδεολογικά με την 17Ν αλλά μικρότερες σε εμβέλεια και οργάνωση είχαν κάνει την εμφάνισή τους.
Ένα από τα χαρακτηριστικότερα θύματα εκείνης της περιόδου ήταν ο Τζώρτζης Αθανασιάδης, εκδότης της εφημερίδας «Βραδυνή». Ο Αθανασιάδης δολοφονήθηκε στις 19 Μαρτίου του 1983, δεχόμενος τρεις σφαίρες μέσα στο γραφείο του. Σε αντίθεση ωστόσο με άλλα δολοφονικά χτυπήματα τέτοιου τύπου, καμία ένοπλη οργάνωση δεν ανέλαβε την ευθύνη του χτυπήματος.
Ο Αθανασιάδης ήταν ο τέλειος στόχος για τους τυφλωμένους για αίμα: στενός συνεργάτης του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος του ΟΠΑΠ, πρώτος εκδότης της «Ναυτεμπορικής» και πρόεδρος τόσο της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής όσο και της Ένωσης Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών.
Το βράδυ της δολοφονίας, ένας 35χρονος άντρας έκανε την εμφάνισή του στα γραφεία της Βραδυνής λέγοντας πως θέλει να μεταφέρει στον εκδότη της ένα επείγον μήνυμα. Ο άντρας μπήκε στο γραφείο, συνομίλησε για λίγα λεπτά με τον Αθανασιάδη και μετά τον πυροβόλησε. Οι τελευταίες λέξεις του εκδότη «Δεν είναι δυνατόν, δεν γίνονται αυτά», επιτείνουν το μυστήριο της δολοφονίας.
Μόλις ακούστηκαν οι πυροβολισμοί ο Κουρλιμπίνης (φίλος του εκδότη) άνοιξε την πόρτα και προσπάθησε να εμποδίσει τον δολοφόνο, όμως εκείνος τον έσπρωξε στην άκρη και έφυγε τρέχοντας από το γραφείο. Την υπόθεση αναλάμβανε πλέον ο εισαγγελέας.