Η επιτυχία της εκστρατείας του Ρόμελ δημιούργησε παράλληλα την εντύπωση ότι το Γερμανικό Σώμα Αφρικής (Deutschen Afrika Korps – εφεξής D.A.K) εκτελούσε μέρος του σχεδίου να τεθεί το σύνολο των πετρελαϊκών αποθεμάτων της Μέσης Ανατολής και της ΕΣΣΔ υπό τον έλεγχο του Γ΄ Ράιχ. Σε τι βαθμό ανταποκρίνεται κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα;

Πώς επηρέασε την τύχη του D.A.K. ο παράγοντας πετρελαϊκή τροφοδοσία και πόσο σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε στην τελική συντριβή του Σώματος, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα των ειδικών μορφολογικών χαρακτηριστικών και επιχειρησιακών δεδομένων της Βόρειας Αφρικής;

Στην περίπτωση της εκστρατείας D.A.K, επαναλήφθηκε σε ένα βαθμό η συνθήκη ανεπαρκούς προστασίας των διόδων μεταφοράς πετρελαίου (security of transit), που αναλύθηκε διεξοδικά σε προηγούμενα άρθρα μας αναφορικά με τα μέτωπα του Ατλαντικού και του Ειρηνικού (βλέπε τεύχη Μαΐου και Σεπτεμβρίου 2006). Υπάρχουν ωστόσο δύο βασικές διαφορές.

Η πρώτη διαφορά αφορά στο γεγονός ότι ο πρωταρχικός αντικειμενικός στόχος του D.A.K. δεν ήταν τα πετρέλαια του Περσικού Κόλπου ή η διά της Μέσης Ανατολής περικύκλωση των αμυνόμενων σοβιετικών δυνάμεων στην Υπερκαυκασία.

Η όλη αφρικανική εκστρατεία απέκτησε σταδιακά την ανωτέρω στοχοθεσία, καταρχάς στο μυαλό του στρατάρχη Ρόμελ και δευτερευόντως στο «ταραγμένο» μυαλό του Χίτλερ, χωρίς ωστόσο να υποστηριχθεί στην πράξη ούτε από τον Φύρερ ούτε από την ανώτατη στρατιωτική Διοίκηση της Βέρμαχτ, κάτι που θα αναλυθεί διεξοδικά στη συνέχεια.

Από την άποψη αυτή συγκριτικά με τη μάχη του Ατλαντικού και τη μάχη του Μάρους στον Ειρηνικό Ωκεανό, η βαρύτητα του D.A.K. ήταν μικρότερη από άποψη υψηλής στρατηγικής.

Η δεύτερη ειδοποιός διαφορά εν προκειμένω έγκειται στο ότι η διατήρηση της Μάλτας υπό βρετανικό έλεγχο και η μικρή σχετικά απόσταση μεταξύ Ιταλίας και Λιβύης επέτρεψαν στις αεροπορικές δυνάμεις των εμπολέμων –και πρωτίστως σε αυτές της Βρετανικής Αεροπορίας Ερήμου (British Desert Air Force)– να διαδραματίσουν κατά την προκειμένη στρατιωτική αναμέτρηση έναν πολύ πιο σημαντικό ρόλο σε σχέση με αυτόν που διαδραμάτισαν κατά τις μάχες του Μάρους και του Ατλαντικού.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το γεγονός ότι η αεροπορική μεταφορά εφοδίων, και πρωτίστως του πετρελαίου κίνησης, έφτασε να καλύπτει έως και το 25% του συνόλου των πετρελαϊκών αναγκών του D.A.K., ποσοστό που για γεωγραφικούς κυρίως λόγους δεν μπορούσε να επιτευχθεί στην περίπτωση της μάχης του Μάρους στον Ειρηνικό Ωκεανό.

Σε κάθε πάντως περίπτωση, το κοινό σημείο και των τριών αυτών επεισοδίων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου εντοπίζεται στο γεγονός ότι ο αεροναυτικός στραγγαλισμός των δυνάμεων του D.A.K. ισοδυναμούσε κατά κύριο λόγο με πετρελαϊκό στραγγαλισμό.

Αυτός ο ενεργός αεροναυτικός αποκλεισμός των Γερμανών στην Αφρική επηρέασε και πάλι καταλυτικά την εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων καθώς απέκοψε το D.A.K. από τον ενεργειακό ομφάλιο λώρο του.

Η ανεπαρκής τροφοδοσία του Ρόμελ υπήρξε μόνιμο πρόβλημα για τις γερμανο-ιταλικές δυνάμεις, που καλύπτονταν σε τακτικό επίπεδο από την κατάσχεση των βρετανικών εφοδίων, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση την κατάληψη του Τομπρούκ (21η Ιουνίου 1942) και την περιστασιακή διάτρηση του αεροναυτικού αποκλεισμού των Βρετανών από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς διά θαλάσσης και αέρος μέσω των γιγαντιαίων αερομεταγωγικών πετρελαίου ΜC323 Gigants.

Πέρα από τις αυτονόητες επιχειρησιακές επιπτώσεις της έλλειψης καυσίμων στον πλέον μηχανικοποιημένο πόλεμο της παγκόσμιας Ιστορίας, η ίδια η μορφολογία του πεδίου μάχης δημιουργούσε αυξημένη ανάγκη για ευελιξία και ταχύτητα των μηχανοκίνητων μονάδων κρούσης, για την ικανοποίηση της οποίας συνεπαγόταν αύξηση στην κατανάλωση καυσίμων.

Παρά την όποια στρατηγική του ιδιοφυία, που μάλιστα αναγνωρίστηκε από τον ίδιο τον Ουΐνστον Τσόρτσιλ (1), ο Ρόμελ δεν μπορούσε να απελευθερωθεί από ένα γεωγραφικό πλαίσιο δράσης που μετέτρεψε την όλη εκστρατεία σε έναν πόλεμο-αστραπή, ο οποίος έπρεπε να διεξαχθεί σε μια παρά πολύ στενή και μακρά ατραπό.

Η ατραπός αυτή, μέγιστου πλάτους έως 50 μίλια και μήκους έως και 1.200 μίλια, από την Τρίπολη έως τις δυτικές παρυφές της Αλεξάνδρειας, απαιτούσε τη συνεχή τροφοδοσία σε καύσιμα προκειμένου να επιτευχθεί και να διατηρηθεί η μέγιστη δυνατή ικανότητα ευελιξίας.

Εφόσον δεν υπήρχαν μεγάλες δυνατότητες υπερκερασμού των αντίπαλων θέσεων, εξαιτίας του ότι η έρημος δεν προσέφερε τις κατάλληλες μορφολογικές συνθήκες για τέτοιου είδους ελιγμούς μεγάλου βάθους, όλη η δράση περιορίστηκε σε μία στενόμακρη λωρίδα γης.

Μέσα σε αυτή τη ζώνη θανάτου, κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο, ήταν κρίσιμο καθώς δεν υπήρχε εύκολη διαφυγή ούτε κάποιο σχετικά ασφαλές σημείο για οπισθοχώρηση, κάποιο «στρατηγικό βάθος» για αμφότερες τις αντιμαχόμενες δυνάμεις.

Δεδομένου ότι οι μόνες αξιόλογες ποσότητες εφοδίων μπορούσαν να μεταφερθούν διά δεξαμενοπλοίων, τα λιμάνια της μείζονος Κυρηναϊκής μετατράπηκαν και στους ζωτικότερους αντικειμενικούς στόχους για το σύνολο των εμπολέμων.

Όπως υπογραμμίζει χαρακτηριστικά και ο Τζόν Κίγκαν, «οι στρατιωτικές επιχειρήσεις έλαβαν αναγκαστικά τη μορφή της εξόρμησης από το ένα σημείο θαλάσσιου ανεφοδιασμού στο άλλο, με την ελπίδα ότι η ορμή της [εξόρμησης] θα ανέτρεπε την ισορροπία του αντιπάλου, επιτρέποντας την καταστροφή του, όταν θα αποστερείτο νερού, πετρελαίου, πυρομαχικών, τροφής και εφεδρειών – των βασικών, με αυτή τη σειρά, στοιχείων του πολέμου στην έρημο».

Όσο η Μάλτα αντιστεκόταν (2), τα προβλήματα ανατροφοδοσίας του Γερμανού στρατάρχη παρέμεναν έντονα, και είναι πραγματικά εξαιρετικά αμφίβολο το κατά πόσον θα είχε μπορέσει να συνεχίσει να μάχεται εάν η 2η Νοτιοαφρικανική Μεραρχία, που είχε αναλάβει την υπεράσπιση του Τομπρούκ δεν είχε παραδοθεί μέσα σε λιγότερο από μία εβδομάδα, τον Ιούνιο του 1942.

Στο κρισιμότερο όμως σημείο της όλης εκστρατείας, όταν λίγο μετά την έναρξη της επίθεσης του Μοντγκόμερι στη δεύτερη μάχη του Ελ Αλαμέιν (23 Οκτώβριου 1942) ο Ρόμελ πληροφορήθηκε την καταβύθιση τεσσάρων δεξαμενοπλοίων από τη RAF, ο Γερμανός στρατάρχης έχασε κυριολεκτικά τον ύπνο του.

Όπως ο ίδιος σημείωσε στο προσωπικό του ημερολόγιο: «Με το να επιτίθενται κατά της μεταφοράς του πετρελαίου μας, οι Βρετανοί μπορούν να μας χτυπήσουν σε ένα τμήμα της [πολεμικής] μας μηχανής από τη σωστή λειτουργία του οποίου εξαρτώνται όλα τα υπόλοιπα».

Ήδη από τον Αύγουστο του 1942 η κατάσταση άρχισε να καθίσταται εξαιρετικά κρίσιμη, αν όχι σχεδόν απελπιστική, δεδομένου ότι, παρά την κατάληψη του Τομπρούκ από τους Γερμανούς (Ιούνιος 1942), το Βρετανικό Ναυτικό και η Αεροπορία Ερήμου «κατέστρεφε τρεις στις τέσσερις νηοπομπές που έπλεαν από την Ιταλία στην Τρίπολη, επιφέροντας ζημίες που απειλούσαν να στερήσουν σχεδόν ολοκληρωτικά τον Ρόμελ από το πετρέλαιο κίνησης των τανκ και των αεροπλάνων [του]».

Είναι ενδεικτικό ότι η ελλιπής τροφοδοσία του D.A.K. το ανάγκαζε να επιβιώνει κυρίως χάρη στη λαφυραγώγηση πυρομαχικών και αρμάτων από τους αντιπάλους του.

Κατά την πρώτη φάση της σύγκρουσης στο Ελ Αλαμέιν τον Ιούλιο του 1942, όπως σημειώνει ο Χανζ Γκερτ Φον Έενμπεκ, μέλος και ιστορικός του D.A.K.: «Το 85% σχεδόν των οχημάτων προέρχονταν από λάφυρα, και ποσοστό ενός τρίτου περίπου [από αυτά] βρίσκονταν μόνιμα υπό επισκευή».

Τον Σεπτέμβριο και κατά τις τρεις πρώτες εβδομάδες του Οκτώβριου του 1942, όταν δηλαδή κλιμακώνονταν οι προετοιμασίες της βρετανικής αντεπίθεσης, οι Βρετανοί είχαν ήδη επιτύχει την ουσιαστική παράλυση των γερμανικών δυνάμεων στο μέτωπο του Ελ Αλαμέιν, αν κανείς αναλογιστεί ότι λιγότερα από τα μισά εφόδια που αποστέλλονταν στην Αφρική τελικά έφταναν στα χέρια του D.A.K., κυρίως τα κανόνια και τα ντεπόζιτα.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Λίντελ Χάρτ, η κατάσταση ήταν τέτοια που: «Το πυροβολικό είχε τόσο μεγάλη έλλειψη σε πυρομαχικά, που δεν υπήρχαν [πυρομαχικά] για να αντιμετωπιστεί ο βρετανικός βομβαρδισμός.

Η βαρύτερη απώλεια από όλες αφορούσε την καταβύθιση πετρελαιοφόρων.

Ούτε ένα [πετρελαιοφόρο] δεν έφτασε στην Αφρική κατά τις τρεις εβδομάδες που προηγήθηκαν της βρετανικής επίθεσης – έτσι ώστε η στρατιά των [γερμανικών] αρμάτων να μείνει τελικά με μόλις τρεις “μερίδες” καυσίμων όταν ξεκίνησε η μάχη, έναντι των τριάντα “μερίδων” καυσίμου, που θεωρούνταν το ελάχιστο απαιτούμενο αποθεματικό.

Αυτή η σοβαρότατη έλλειψη περιόρισε με κάθε τρόπο [τη δυνατότητα] αντι-ελιγμών.

Κατέστησε υποχρεωτική τη διασπορά των μηχανοκίνητων δυνάμεων, εμπόδισε την ταχεία συγκέντρωσή τους στα σημεία της [βρετανικής] επίθεσης και τις ακινητοποιούσε ολοένα και πιο αποτελεσματικά καθώς ο αγώνας συνεχιζόταν.

.

Η αποστέρηση καυσίμων είχε ήδη υποχρεώσει τον Γερμανό στρατάρχη σε προσωρινή διακοπή της προέλασής του προς την Αλεξάνδρεια. Όπως σημειώνει ο Έσενμπεκ, κατά την αρχική προώθηση του Ρόμελ προς τη θέση του Ελ Αλαμέιν ο Γερμανός στρατάρχης είχε υπολογίζει ότι του χρειάζονταν «6.000 τόνοι καυσίμων για να φτάσει στην Αλεξάνδρεια», αλλά, εξαιτίας του βρετανικού αεροναυτικού αποκλεισμού έως τις αρχές Σεπτεμβρίου 1942, «από τους 6.000 τόνους, τους οποίους υποσχέθηκε να αποστείλει το Commando Supremo (Ανώτατη Ιταλική Στρατιωτική Διοίκηση), 2.600 απωλέσθησαν στη θάλασσα, 1.000 έφθασαν στην Αφρική και 1.500 παρέμειναν στη Ιταλία, ενώ το υπόλοιπο βρισκόταν φορτωμένο στα πλοία».

Ως εκ τούτου, η επιτυχημένη προέλαση του Ρόμελ κατά των βρετανικών θέσεων στις 4 Σεπτεμβρίου, προέλαση που έφερε το D.A.K στα μετόπισθεν της 8ης Στρατιάς, έτοιμο να την καταστρέψει… δεν συνέβη.

Όλες οι προσπάθειες του Ρόμελ απέβησαν μάταιες. Εκείνο το οποίο απέμενε ήταν η διαπίστωση ότι κάθε νέα επίθεση ήταν αδύνατη, εφόσον δεν δινόταν στο πρόβλημα ανεφοδιασμού της Τεθωρακισμένης Στρατιάς ριζική λύση.

H έλλειψη δύο η τριών χιλιάδων λίτρων βενζίνης ήταν αρκετή για να χαθεί μια μάχη πριν καλά-καλά δοθεί. Ο τορπιλισμός των τριών πετρελαιοφόρων… υποχρέωσε τον Ρόμελ να διακόψει την επιχείρησή του.

Αν και η σαφέστατη ποσοτική και ποιοτική υπεροχή των βρετανικών και μετά τον Νοέμβριο του 1942 (επιχείρηση Δαυλός) αγγλο-αμερικανικών δυνάμεων, σε συνδυασμό με την περικύκλωση του Ρόμελ από δυσμάς, σφράγισε τη μοίρα του D.A.K, η επίδραση του αεροναυτικού αποκλεισμού ήταν αποφασιστική στην επιτάχυνση της συντριβής των Γερμανών.

Εν προκειμένω, ο πετρελαϊκός στραγγαλισμός των δυνάμεων του άξονα επιτάχυνε μεν αποφασιστικά τη συντριβή τους στο συγκεκριμένο μέτωπο, αλλά δεν απέβη καθοριστικός για την εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων, λόγω της καταλυτικής αμερικανικής απόβασης στο Μαρόκο και την Αλγερία.

Η ποσοτική και ποιοτική δυσαναλογία στη στρατιωτική ισχύ των εμπολέμων ειδικότερα μετά τον Οκτώβριο του 1942 ήταν τέτοια, που καθιστούσε την έλλειψη πετρελαϊκής τροφοδοσίας του D.A.K. παράγοντα που περισσότερο επιτάχυνε και λιγότερο συνετέλεσε per se στη συγκεκριμένη κατά μέτωπον ήττα του Άξονα, όπως συνέβη στον Καύκασο και το μέτωπο του Ειρηνικού.

Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Έσενμπεκ, σε αντίθεση με αυτό που συνέβαινε στο αφρικανικό μέτωπο, στη Ρωσία «δεν υπήρχε θάλασσα μεταξύ του μετώπου και της πατρίδας, ούτε μια Ρωσική Αεροπορία κυρίαρχη (όπως γινόταν με τη Βρετανική Αεροπορία στην Αφρική) για να καταστρέφει τις προπορευόμενες φάλαγγες».

Η σχετική αδιαφορία του Χίτλερ για το μέτωπο της Αφρικής αποτελεί και την καλύτερη απόδειξη ότι το περίφημο στρατηγικό «σχέδιο λαβίδας» που θα καταλάμβανε τα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής και του Περσικού Κόλπου ουδέποτε μελετήθηκε σοβαρά σε ανώτατο επιτελικό επίπεδο.

Ο Χίτλερ θεωρούσε ότι το μέτωπο της Αφρικής αποτελούσε περισσότερο μια μορφή στρατηγικού αντιπερισπασμού των Συμμάχων, προκειμένου οι τελευταίοι να τον καθυστερήσουν στο να ανοίξει ένα δεύτερο μέτωπο στην Ευρώπη ή τη Μεσόγειο που θα ανακούφιζε τον Στάλιν και θα αποσπούσε τις δυνάμεις του Χίτλερ από τον πρωταρχικό τους στόχο, αυτόν της κατάκτησης του ρωσικού ζωτικού χώρου (Lebensraum).

Όπως τονίζει και ο Κίγκαν: «Ο Χίτλερ είχε ρισκάρει μόνο τόση δύναμη όση χρειαζόταν για να αποδείξει την πίστη του στο σύντροφο-δικτάτορα [Μουσολίνι] και για να επωφεληθεί από τον στρατηγικό αντιπερισπασμό, που πέτυχε η παρέμβασή του.

Είναι μάλιστα ενδεικτικό ότι μετά τη μάχη του Ελ Αλαμέιν, ο Χίτλερ έκανε επίσης πολύ λίγα πράγματα για να διασώσει το D.A.K. συγκριτικά με τις απαιτήσεις της κατάστασης στο Ανατολικό Μέτωπο.

Εάν του απέδιδε στρατηγική βαρύτητα ανάλογη του μοχλού που λίγο πολύ θα τερμάτιζε τη βρετανική κυριαρχία σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, θα είχε κάνει το παν για να το σώσει και να του δώσει τη δυνατότητα ανάκτησης του χαμένου εδάφους.

Αντιθέτως, το Ανώτατο Γερμανικό Επιτελείο φάνηκε –ιδιαιτέρως μετά την αμερικανική επέμβαση– κάπως παραιτημένο από την προσπάθεια αναβίωσης της απειλής του D.A.K. έναντι της Αιγύπτου.

Επιβεβαιωτικό της αντίληψης του Χίτλερ περί χρησιμότητας του D.A.K. ως μέσου αντιπερισπασμού συγκριτικά με την προώθηση προς Ανατολάς αλλά και της τεράστιας διαφοράς ισχύος μεταξύ των εμπολέμων, είναι και το γεγονός ότι, μολονότι τον Φεβρουάριο του 1943 τόσο ο Ρόμελ όσο και ο Άρνιμ υπολόγιζαν ότι χρειάζονταν 140.000 με 120.000 (κατά το ιταλικό Γενικό Επιτελείο) τόνους εφοδίων το μήνα, ο Χίτλερ μπόρεσε να διαθέσει μόλις 29.000 τόνους εφοδίων για το Μάρτιο του 1943, εκ των οποίων μετέφερε αεροπορικώς το 25%. Αντιστοίχως οι ΗΠΑ μετέφεραν κατά την ίδια περίοδο περί τους 400.000 τόνους εφοδίων για τα συμμαχικά στρατεύματα.

Είναι εν προκειμένω ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο Χίτλερ αντιμετώπισε το D.A.K. περισσότερο ως μέσο αντιπερισπασμού παρά τις περιστασιακές του εκρήξεις ενθουσιασμού σχετικά με την υποτιθέμενη υψηλή στρατηγική στόχευση του Γ΄ Ράιχ. Από τον Ρόμελ στα «απομνημονεύματά» του αναφέρεται ότι το όραμα ήταν η ένωση των γερμανικών δυνάμεων κάπου στα δυτικά της Ιερουσαλήμ ή το σημερινό Ιράκ, όταν μετά την υποτιθέμενη επικράτηση του Κλάιστ στον Καύκασο και του D.A.K. στην Αίγυπτο, θα μπορούσαν να βαδίσουν σχεδόν ανενόχλητα προς την κατεύθυνση του Περσικού Κόλπου.

O Ρόμελ –αλλά τελικά μόνο ο Ρόμελ– έβλεπε άλλωστε τη δυνητική κατάκτηση του Καΐρου ως μια ενδιάμεση στάση της τελικής του εκστρατείας, που θα τον οδηγούσε μέσω Παλαιστίνης, Ιράκ και Ιράν στο Μπακού. Την ίδια άποψη περί «στρατηγικού διλήμματος» των Γερμανών φαίνεται να υιοθετεί περιέργως και ο Τζον Κίγκαν, αν και ο ίδιος, όπως προαναφέρθηκε, χαρακτήρισε την όλη εκστρατεία του DAK ως έναν φιλο-ιταλικό στρατηγικό αντιπερισπασμό.

Το πρόβλημα βεβαίως για τον Ρόμελ, αλλά και για όσους υποστηρίζουν την ύπαρξη του προαναφερθέντος σχεδίου υψηλής στρατηγικής του Ράιχ όσον αφορά το σκέλος του D.A.K. συνίσταται στο γεγονός ότι ο Χίτλερ ουδέποτε συμμερίστηκε «ολόψυχα» τον οραματισμό της «Αλεπούς της Ερήμου» και, πολύ περισσότερο, ουδέποτε στήριξε στην πράξη την υλοποίησή του.

Ακόμη και όταν η προέλαση του Ρόμελ βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη στις αρχές του καλοκαιριού του 1942, τα ίδια τα αρχεία του γερμανικού εκστρατευτικού σώματος «προδίδουν» ότι δεν αποδόθηκε η στρατηγική βαρύτητα στο D.A.K. που θα αποδιδόταν εάν ο Χίτλερ το θεωρούσε ικανό να αποτελέσει τμήμα της νοητής «λαβίδας», που θα συνέτριβε τους Σοβιετικούς του Καυκάσου μέσω της Μέσης Ανατολής.

Μια φωτογραφία χίλιες λέξεις: Ακολούθησε το pronews.gr στο Instagram για να «δεις» τον πραγματικό κόσμο!

Ο Έσεμπεκ αναφέρει ότι «οι μαχόμενες στη Ρωσία στρατιές απορροφούν τα πάντα και δεν υπήρχαν τα μέσα να ικανοποιηθούν ούτε οι πλέον έκδηλες ανάγκες της Στρατιάς της Αφρικής… Η Στρατιά πάντα υπέφερε από την έλλειψη καυσίμων και πυρομαχικών».

Το πόσο υπέφερε καθίσταται σαφές από το γεγονός ότι δύο ημέρες μετά την αρχική αντεπίθεση του Μοντγκόμερι στις 25 Οκτωβρίου, «η αναλογία πυρομαχικών της [D.A.K] προς αυτά του αντιπάλου της ήταν 1 προς 500».

Στην πραγματικότητα, ο Χίτλερ φαίνεται να είχε στο νου του ότι η κατάκτηση των πετρελαίων του Καυκάσου ήταν αποκλειστικά αποστολή των δυνάμεων του Νοτίου Μετώπου υπό τον Κλάιστ.

Όπως αναφέρει o Σπίαρ, σε μία έντονη λογομαχία του Χίτλερ με τον στρατάρχη Χάντλερ, ο οποίος αντιτίθετο στη γερμανική προώθηση προς το Μπακού, ο Χίτλερ ανέφερε ότι «ύστερα [από την κατάκτηση του Καυκάσου], σε ένα με δύο χρόνια, θα ξεκινήσουμε μια επίθεση στο μαλακό υπογάστριο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Με μια ελάχιστη προσπάθεια μπορούμε να ελευθερώσουμε την Περσία και το Ιράν. Οι Ινδοί θα χαιρετίσουν τις μεραρχίες μας με ενθουσιασμό.

Το ίδιο ακριβώς επιβεβαιώνει και ο Γουίλιαμ Σίρερ, για τον «σχεδιασμό» του Χίτλερ, μετά την κατάκτηση του Μπακού, ενώ ο στρατηγός Τόμας –αντικαταστάτης του Ρόμελ– ως επικεφαλής του D.A.K. κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 1942 σημειώνει σε σχετική του μαρτυρία προς τον Λιντέλ Χαρτ ότι: «Για τη μεγάλη κίνηση σε μορφή λαβίδας κατά της Μέσης Ανατολής, την οποία ο λαός σας [οι Βρετανοί] φανταζόταν ότι βρισκόταν σε εξέλιξη, δεν υπήρξε ποτέ σοβαρό σχέδιο.

Συζητιόταν αόριστα στο περιβάλλον του Χίτλερ αλλά το Γενικό μας Επιτελείο ουδέποτε συμφώνησε με αυτό το σχέδιο και ούτε το θεωρούσε πραγματοποιήσιμο (…) Ακόμη και η κατά της Αιγύπτου απειλή αναπτύχθηκε όλως τυχαίως από την ανέλπιστη κατάρρευση της Όγδοης Στρατιάς στη μάχη της Γκαζάλα-Τομπρούκ.

Οι δυνάμεις του Ρόμελ δεν ήταν αρκετά ισχυρές για να επιχειρήσουν την κατάκτηση της Αιγύπτου.

Σε κάθε πάντως περίπτωση όταν άρχισε η τακτική υποχώρηση του D.A.K. προς την Τυνησία, η ολοένα μεγαλύτερη έλλειψη καυσίμων την κατέστησε περισσότερο μια πορεία απαγκίστρωσης καταδικασμένων δυνάμεων, παρά μία οπισθοχώρηση που ωστόσο δεν έκρινε την έκβαση του πολέμου στη Βόρεια Αφρική. Αυτό άλλωστε είχε συμβεί αρκετές φορές πριν από τη δεύτερη μάχη του Ελ Αλαμέιν.

Το Δεκέμβριο του 1942 από το συνολικό φορτίο (6.913 τόνοι) ανεφοδιασμού της D.A.K. που καταβυθίστηκε από τους Βρετανούς στη Μεσόγειο, το πετρέλαιο αποτέλεσε το 84,37% του συνόλου (5.883 τόνοι). Όπως αναφέρει ο Έσεμπεκ, «από τις ημερήσιες ανάγκες του σε καύσιμα, που ανέρχονταν στους 400 τόνους, το D.A.K. κάλυπτε μόλις και μετά βίας το 1/4 [Δεκέμβριος 1942], εν προκειμένω 152 τόνους την ημέρα».

Απολύτως ενδεικτικό της κατάστασης είναι το γεγονός ότι τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο του 1943 οι μεταφερόμενες αεροπορικώς ποσότητες καυσίμων, που υποτίθεται ότι θα αναπλήρωναν τα κενά τροφοδοσίας από τη συνεχή καταβύθιση των νηοπομπών, μπόρεσαν να «παραδώσουν» μόλις 25.000 από τους απαιτούμενους 80.000 τόνους πετρελαιοειδών.

Έως τα τέλη Απριλίου του 1943, όπως σημειώνει χαρακτηριστκά ο Κίγκαν, «ο Άρνιμ, [διάδοχος του Ρόμελ ως επικεφαλής του D.A.K] διέθετε μόλις εβδομήντα έξι τανκ που κινούνταν και προσπαθούσε να παράγει καύσιμα για τις μηχανές τους διυλίζοντας ζάχαρη από τοπικά παραγόμενα κρασιά και οινοπνευματώδη.

Το «κλείδωμα» της Αφρικανικής Στρατιάς από τα συμμαχικά στρατεύματα στο στενό προγεφύρωμα της Τυνησίας είχε ουσιαστικά ολοκληρωθεί έως τις αρχές Μαρτίου του 1943.

Οι Γερμανοί, αποκαρδιωμένοι από τη σχεδόν ταυτόχρονη παράδοση των «αποστεωμένων» κατάλοιπων της 6ης Στρατιάς στο Στάλινγκραντ, δεν είχαν καμία ουσιαστική διάθεση ή δυνατότητα αντίστασης στην Αφρική.

Ο ίδιος ο Χίτλερ δήλωσε προς το επιτελείο του στις 4 Μαρτίου: «Ήρθε το τέλος. Η Στρατιά της Αφρικής θα έπρεπε να επιστρέψει ακόμη και σήμερα». Δύο ημέρες μετά, στις 6 Μαρτίου, ο Χίτλερ ανακάλεσε τον Ρόμελ, ο οποίος αντιμετώπιζε ήδη πριν από το Ελ Αλαμέιν σοβαρότατα προβλήματα υγείας.

Παρ’ όλα αυτά, ο Χίτλερ επέμενε να επιτάσσει τη μάχη μέχρις εσχάτων, χωρίς την παραμικρή πρόνοια για το τι θα μπορούσε να διασωθεί. Στις 13 Μαΐου, 275.000 άντρες υποχρεώθηκαν σε παράδοση, μια παράδοση που θα μπορούσε εν πολλοίς να είχε αποφευχθεί εάν είχαν απαγκιστρωθεί μερικούς μήνες νωρίτερα.

Και σε αυτή την καταστροφή, ο παράγοντας πετρέλαιο διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο για την κατάληξη της πλέον αμφίρροπης εκστρατείας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αν και δεν αποτέλεσε την αιτία –σε αντίθεση με την ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ και τη γερμανική προέλαση προς τον Καύκασο– του συγκεκριμένου επεισοδίου.

Ο ίδιος ο Ρόμελ, σε άλλο σημείο των απομνημονευμάτων του –που συντάχθηκαν από τον ίδιο τον Χάρτ το 1953 μετά τη δολοφονία του Ρόμελ το 1944– σε ένα από τα πλέον λακωνικά σημειώματα σχετικά με τη στρατηγική βαρύτητα του πετρελαίου για το σύγχρονο μηχανοκίνητο πόλεμο, αναφέρει: «Οι πλέον θαρραλέοι άνδρες δεν μπορούν να κάνουν τίποτε χωρίς τα όπλα, τα όπλα [δεν μπορούν να κάνουν] τίποτε χωρίς αρκετά πυρομαχικά, και ούτε τα όπλα ούτε τα πυρομαχικά δεν χρησιμεύουν πολύ στον μηχανοκίνητο πόλεμο εκτός εάν υπάρχουν οχήματα με αρκετό πετρέλαιο για να τα μετακινούν εδώ και εκεί».