Η Αλίκη Διπλαράκου, μία από τις πιο ξεχωριστές Ελληνίδες του 20ού αιώνα, γεννήθηκε στις 28 Αυγούστου 1912 και έμελλε μέσα σε λίγα μόλις χρόνια να γίνει γνωστή πολύ πέρα από τα ελληνικά σύνορα.

Με καταγωγή από τη Μάνη, μεγάλωσε μαζί με τις αδελφές της Νάντα, Χριστίνα και Εντμέ σε ένα αυστηρό οικογενειακό περιβάλλον, σύμφωνα με τα πρότυπα της αριστοκρατίας της εποχής. Ο πατέρας της ήταν δικηγόρος, ενώ το πραγματικό οικογενειακό επώνυμο ήταν Βαβούλη. Για οικογενειακούς λόγους, ωστόσο, χρησιμοποιούσε το επώνυμο της μητέρας της.

Η εντυπωσιακή εμφάνισή της απασχόλησε αργότερα τόσο τον ελληνικό όσο και τον διεθνή Τύπο. Η Διπλαράκου, όμως, δεν έγινε γνωστή μόνο για την ομορφιά της. Ήταν μορφωμένη, μιλούσε ξένες γλώσσες και κατάφερε να μετατρέψει μια συμμετοχή σε καλλιστεία σε γεγονός που εκείνη την εποχή αντιμετωπίστηκε σχεδόν ως εθνική υπόθεση.

Η τυχαία συμμετοχή που άλλαξε τη ζωή της
Η ιστορία της με τα καλλιστεία άρχισε σχεδόν κατά τύχη. Η ίδια είχε αφηγηθεί ότι βρισκόταν μαζί με τη μητέρα της σε τσάι της βρετανικής πρεσβείας, όταν προτάθηκε στην παρέα να επισκεφθεί το θέατρο «Ολύμπια» στην οδό Ακαδημίας.

Εκεί, προς μεγάλη της έκπληξη, άκουσε μέλος της κριτικής επιτροπής να ανακοινώνει το όνομά της. Κάποιος γνωστός την είχε δηλώσει στον διαγωνισμό χωρίς να το γνωρίζει.

Αρχικά αρνήθηκε να συμμετάσχει.

Όπως είχε αναφέρει αργότερα σε συνέντευξή της στους Times του Λονδίνου, χρειάστηκε η παρέμβαση του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας Αλέξανδρου Ζαΐμη, ο οποίος παρακολουθούσε τον διαγωνισμό και της επισήμανε ότι η συμμετοχή της είχε αποκτήσει χαρακτήρα «εθνικής υπόθεσης».

Τελικά πείστηκε.

Απέναντί της βρέθηκε, μεταξύ άλλων, η Θεσσαλονικιά Ρωξάνη Στεργίου. Η μόλις 18 ετών Αλίκη επικράτησε ομόφωνα και αναδείχθηκε «Μις Ελλάς». Ανάμεσα στα μέλη της κριτικής επιτροπής βρισκόταν και ο σπουδαίος ζωγράφος Κωνσταντίνος Παρθένης.

Η κοινωνική της καταγωγή έπαιξε μάλιστα ιδιαίτερο ρόλο στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν τα καλλιστεία. Μέχρι τότε, για αρκετές οικογένειες της αστικής τάξης, η συμμετοχή μιας νέας γυναίκας σε έναν τέτοιο διαγωνισμό μπορούσε να θεωρηθεί ακόμη και προσβλητική.

Ο ιστορικός Γιάννης Καιροφύλας είχε γράψει χαρακτηριστικά ότι ο θρίαμβος της Διπλαράκου «έσπασε τον πάγο» ανάμεσα στην αστική τάξη και στον θεσμό της ομορφιάς.

Η πρώτη Ελληνίδα «Μις Ευρώπη»

Η επόμενη μεγάλη πρόκληση βρισκόταν στο Παρίσι.

Παρά τις έντονες αντιδράσεις συγγενών της από τη Μάνη, οι οποίοι θεωρούσαν τη συμμετοχή της προσβλητική, τον Φεβρουάριο του 1930 η Αλίκη Διπλαράκου αναδείχθηκε «Μις Ευρώπη».

Η επιτυχία της προκάλεσε ενθουσιασμό στην Ελλάδα. Η «Καθημερινή» αναφέρθηκε εκτενώς στη νίκη της, περιγράφοντας μεταξύ άλλων την αθλητική και ταυτόχρονα κομψή κορμοστασιά της, τα μακριά καστανά μαλλιά και τα σκούρα μάτια της.

Όταν επέστρεψε στον Πειραιά με το πλοίο «Ασπασία», βρέθηκε αντιμέτωπη ακόμη και με ένα απρόσμενο πρόβλημα: σύμφωνα με όσα είχε δηλώσει στην «Ακρόπολις», οι τελωνειακοί απαίτησαν περίπου 200.000 δραχμές ως δασμούς για τα δώρα και τις τουαλέτες που είχε μαζί της.

Η επίσημη υποδοχή μπορεί να μην ήταν αυτή που περίμενε, όμως ο κόσμος κάλυψε το κενό. Πλήθος ανθρώπων συγκεντρώθηκε στην προκυμαία, με χειροκροτήματα και ζητωκραυγές.

Λίγους μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 1930, ταξίδεψε στο Ρίο ντε Τζανέιρο, όπου κατέλαβε τη δεύτερη θέση στον διαγωνισμό «Μις Υφήλιος», πίσω από τη Βραζιλιάνα Γιολάντα Περέιρα.

Από το θέατρο στις διαλέξεις στις ΗΠΑ

Η Διπλαράκου δοκίμασε για ένα διάστημα και το θέατρο. Εμφανίστηκε ως Ωκεανίδα στον «Προμηθέα», έπειτα από επιλογή του Άγγελου Σικελιανού, χωρίς όμως να ακολουθήσει τελικά καριέρα στην υποκριτική.

Αντίθετα, στράφηκε στις διαλέξεις και ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες μιλώντας για τον αρχαίο αλλά και τον νεότερο ελληνικό πολιτισμό.

Γνώριζε αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά και η διεθνής παρουσία της ξεπερνούσε πλέον κατά πολύ την αρχική εικόνα μιας εστεμμένης καλλονής.

Η μεταμφίεση σε ναύτη και η είσοδος στο Άγιο Όρος

Ένα από τα πιο πολυσυζητημένα κεφάλαια της ζωής της γράφτηκε τον Μάιο του 1930.

Ενώ βρισκόταν στη θαλαμηγό του μνηστήρα της, Μωράν, στα ανοιχτά της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου, αποφάσισε να μεταμφιεστεί σε ναύτη και να εισέλθει στο Άγιο Όρος, παραβιάζοντας το άβατο.

Η πράξη της προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση και αποκηρύχθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Αργότερα, όταν βρέθηκε σοβαρά άρρωστη σε σανατόριο στο Νταβός της Ελβετίας, έστειλε επιστολή μετανοίας προς την Ιερά Κοινότητα, συνοδευόμενη από 5.000 δραχμές προκειμένου να τελεστούν λειτουργίες και παρακλήσεις για την υγεία της.

Στην επιστολή της παραδεχόταν ότι γνώριζε πως η είσοδος των γυναικών απαγορευόταν, περιγράφοντας πώς δανείστηκε ναυτική στολή και περιηγήθηκε σε εκκλησίες και άλλους χώρους χωρίς να γίνει αντιληπτή.

Συνέδεε μάλιστα την περιπέτεια της υγείας της με την πράξη της και ζητούσε συγχώρεση από την Παναγία.

Το περιστατικό απασχόλησε χρόνια αργότερα ακόμη και το περιοδικό Time, το οποίο αναφέρθηκε στην υπόθεση τον Ιούλιο του 1953.

Οι δύο γάμοι και ο τίτλος της «Λαίδης»

Η προσωπική της ζωή παρέμεινε εξίσου κοσμοπολίτικη.

Το 1932 παντρεύτηκε τον Γάλλο αεροπόρο και επιχειρηματία Paul-Louis Weiller, διευθυντή του ομίλου Gnome et Rhône. Ανάμεσα στους καλεσμένους του γάμου βρίσκονταν σημαντικές προσωπικότητες της γαλλικής πνευματικής και κοινωνικής ζωής, όπως οι Paul Morand και Paul Valéry.

Απέκτησαν έναν γιο, τον Paul-Annick Weiller, ο οποίος αργότερα έγινε πατέρας της πριγκίπισσας Sibilla του Λουξεμβούργου.

Το 1945 η Διπλαράκου παντρεύτηκε για δεύτερη φορά, αυτή τη φορά τον Βρετανό διπλωμάτη Σερ John Wriothesley Russell, ο οποίος υπηρέτησε ως πρέσβης στην Αιθιοπία, τη Βραζιλία και την Ισπανία.

Μαζί απέκτησαν δύο παιδιά, τη Γεωργιάνα-Αλεξάνδρα και τον Αλεξάντερ-Τσαρλς-Τόμας. Λόγω της καταγωγής του Russell από τον 6ο Δούκα του Μπέντφορντ, η Αλίκη απέκτησε και τον τίτλο της «Λαίδης».

Η Αλίκη Διπλαράκου πέθανε στις 30 Οκτωβρίου 2002, σε ηλικία 90 ετών. Η κηδεία της τελέστηκε στον Καθεδρικό Ναό της Αγίας Σοφίας στο Λονδίνο.

Από την 18χρονη Ελληνίδα που βρέθηκε σχεδόν τυχαία σε έναν διαγωνισμό ομορφιάς μέχρι τη «Μις Ευρώπη», τις διεθνείς διαλέξεις και το επεισόδιο που προκάλεσε αναστάτωση στο Άγιο Όρος, η ζωή της υπήρξε πολύ πιο ασυνήθιστη από ό,τι θα μπορούσε να προμηνύει ένας τίτλος καλλιστείων.