
Στις 8 Σεπτεμβρίου 1900, το Γκάλβεστον του Τέξας -μία από τις πλουσιότερες και ταχύτερα αναπτυσσόμενες πόλεις της περιοχής- βρέθηκε αντιμέτωπο με μία από τις φονικότερες φυσικές καταστροφές στην ιστορία των ΗΠΑ.
Η πόλη ήταν χτισμένη σε μια στενή, χαμηλή λωρίδα γης και οι κάτοικοί της δεν είχαν αντιληφθεί τον κίνδυνο που πλησίαζε.
Παρά τις προειδοποιήσεις για ισχυρή καταιγίδα, ο τυφώνας έφτασε στην περιοχή και προκάλεσε τεράστιο κύμα καταιγίδας.
Τα νερά πλημμύρισαν τους δρόμους, ενώ οι άνεμοι κατέστρεψαν σπίτια, υποδομές και επικοινωνίες.
Χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για περισσότερους από 6.000 νεκρούς.
Το Γκάλβεστον είχε ουσιαστικά ισοπεδωθεί.
Οι επιζώντες όμως, αποφάσισαν να ξαναχτίσουν την πόλη και να την προστατεύσουν από μια νέα καταστροφή.
Κατασκευάστηκε έτσι ένα τεράστιο θαλάσσιο τείχος, ενώ περισσότερα από 2.000 κτίρια ανυψώθηκαν με ειδικούς γρύλους και η πόλη γέμισε με εκατομμύρια τόνους άμμου.
Όταν, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, ένας νέος – εξίσου σφοδρός- τυφώνας χτύπησε την περιοχή, η θάλασσα βρήκε απέναντί της τα τσιμεντένια τείχη και τα υπερυψωμένα θεμέλια.
Οι ζημιές ήταν ελάχιστες και οι ανθρώπινες απώλειες περιορίστηκαν σε λιγότερους από 300 ανθρώπους.
Το πρωτοφανές έργο άλλαξε για πάντα το Γκάλβεστον και αποτέλεσε ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα μηχανικής απέναντι στη δύναμη της φύσης.