Το Σαν Φρανσίσκο βρέθηκε αντιμέτωπο με μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές στην ιστορία του στις 18 Απριλίου 1906. Ένας ισχυρός σεισμός προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές, όμως η μεγαλύτερη απειλή που ακολούθησε ήταν η φωτιά.

Οι φλόγες εξαπλώθηκαν γρήγορα σε πολλές περιοχές της πόλης, καθώς είχαν δημιουργηθεί δεκάδες εστίες και το κατεστραμμένο δίκτυο ύδρευσης δυσκόλευε σημαντικά το έργο της πυρόσβεσης.

Μπροστά στον κίνδυνο να καταστραφεί ακόμη μεγαλύτερο τμήμα του Σαν Φρανσίσκο, οι πυροσβέστες και οι στρατιωτικές δυνάμεις κατέφυγαν σε μια ακραία λύση: ανατίναζαν κτίρια με δυναμίτη.

Ο στόχος δεν ήταν να προκαλέσουν περισσότερες ζημιές, αλλά να δημιουργήσουν μεγάλες ζώνες χωρίς κτίρια, ώστε οι φλόγες να μην μπορούν να περάσουν στην επόμενη περιοχή.

Μία από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις πραγματοποιήθηκε στη λεωφόρο Van Ness. Εκεί ανατινάχθηκαν σπίτια και μεγάλα κτίρια, δημιουργώντας ένα τεράστιο «τείχος» από κατεστραμμένα κτίρια που θα λειτουργούσε ως φραγμός στην πυρκαγιά.

Η εικόνα ήταν εντυπωσιακή και τραγική ταυτόχρονα. Ολόκληρα σπίτια γκρεμίζονταν με εκρήξεις, ενώ οι φλόγες πλησίαζαν και οι άνθρωποι εργάζονταν υπό εξαιρετικά επικίνδυνες συνθήκες.

Παρά την καταστροφή, η χρήση εκρηκτικών συνέβαλε στην ανάσχεση της φωτιάς σε κρίσιμα σημεία. Το Σαν Φρανσίσκο χρειάστηκε στη συνέχεια να ανοικοδομηθεί, έχοντας χάσει τεράστιο μέρος του κτιριακού του ιστού.

Η ιστορία της πόλης έμεινε ως ένα από τα πιο παράδοξα παραδείγματα αντιμετώπισης μιας καταστροφής: για να σωθεί ένα μέρος της πόλης, οι αρχές αναγκάστηκαν να καταστρέψουν ένα άλλο.