Ένας καλοντυμένος νεαρός περνά την πόρτα της τράπεζας κρατώντας μια ανθοδέσμη. Οι υπάλληλοι πιστεύουν πως πρόκειται για κάποιον που ήρθε να κάνει μια ευγενική χειρονομία.

Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, όμως, μέσα από τα λουλούδια εμφανίζεται μια καραμπίνα. Η ληστεία ολοκληρώνεται χωρίς πυροβολισμούς, χωρίς φωνές και χωρίς τραυματισμούς. Έτσι γεννήθηκε ο θρύλος του «ληστή με τις γλαδιόλες».

Ο άνθρωπος πίσω από το προσωνύμιο ήταν ο Θεόδωρος Βενάρδος, μια από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της δεκαετίας του ’70. Για άλλους ήταν ένας αδίστακτος ληστής. Για άλλους ένας αντισυμβατικός νέος που πολέμησε το δικτατορικό καθεστώς και μετατράπηκε σε λαϊκό θρύλο.

Γεννήθηκε το 1949 στον Βοτανικό και μεγάλωσε μέσα σε δύσκολες οικογενειακές συνθήκες. Ο χωρισμός των γονιών του, η μετανάστευση στη Βραζιλία, η επιστροφή στην Ελλάδα και οι προβληματικές σχέσεις με τον πατριό του σημάδεψαν τα παιδικά του χρόνια. Παρά τις δυσκολίες, όσοι τον γνώρισαν μιλούσαν για έναν ευγενικό, χαμηλών τόνων και ιδιαίτερα γοητευτικό νέο. Σπούδασε μηχανικός του εμπορικού ναυτικού και εργάστηκε σε πλοία πριν η ζωή του πάρει εντελώς διαφορετική τροπή.

Η πρώτη μεγάλη ληστεία έγινε στις 16 Νοεμβρίου 1973, όταν εισέβαλε μεταμφιεσμένος σε καθολικό ιερέα σε υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στο Παγκράτι. Η δεύτερη, λίγους μήνες αργότερα, ήταν εκείνη που έγραψε ιστορία.

Στις 17 Μαΐου 1974, μπήκε σε υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στα Σεπόλια κρατώντας μια μεγάλη ανθοδέσμη, μέσα στην οποία είχε κρύψει την καραμπίνα του. Αφού πήρε τη λεία, άφησε πίσω του τα λουλούδια. Ένας αστυνομικός τα αποκάλεσε χαριτολογώντας «γλαδιόλες» και από εκείνη τη στιγμή το προσωνύμιο έμεινε για πάντα, παρότι πιθανότατα τα λουλούδια δεν ήταν καν γλαδιόλες.

Ο Βενάρδος δεν άργησε να γίνει πρωτοσέλιδο. Ψηλός, εμφανίσιμος, πάντα καλοντυμένος και με ιδιαίτερη άνεση στις δημόσιες εμφανίσεις του, αντιμετωπιζόταν από ένα μέρος της κοινής γνώμης περισσότερο ως κινηματογραφικός ήρωας παρά ως κοινός ληστής. Οι ιστορίες γύρω από το πρόσωπό του πλήθαιναν συνεχώς, ενώ ο ίδιος ισχυριζόταν ότι μέρος των χρημάτων από τις ληστείες κατέληγε στον αντιδικτατορικό αγώνα, κάτι που δεν αποδείχθηκε ποτέ πλήρως αλλά συνέβαλε στη δημιουργία του μύθου του.

Μετά από μια κινηματογραφική απόδραση από τις φυλακές Κορυδαλλού, κατάφερε για ένα διάστημα να διαφεύγει της σύλληψης, προκαλώντας πονοκέφαλο στις διωκτικές αρχές. Η ζωή του στο μεταξύ γέμιζε με ταξίδια, πολυτελείς εμφανίσεις, έντονη νυχτερινή ζωή και σχέσεις που απασχολούσαν διαρκώς τον Τύπο της εποχής.

Το τέλος, όμως, δεν είχε τίποτα από τη λάμψη που χαρακτήριζε την εικόνα του.

Στις 10 Ιουλίου 1984 βρέθηκε νεκρός στο κελί του στις φυλακές Κορυδαλλού. Επισήμως ο θάνατός του αποδόθηκε σε αυτοκτονία, ωστόσο οι συνθήκες κάτω από τις οποίες πέθανε εξακολουθούν μέχρι σήμερα να προκαλούν ερωτήματα και να τροφοδοτούν θεωρίες και συζητήσεις.

Περισσότερα από πενήντα χρόνια μετά τις ληστείες που τον έκαναν διάσημο, ο Θεόδωρος Βενάρδος εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές της ελληνικής εγκληματολογικής ιστορίας. Ο «ληστής με τις γλαδιόλες» δεν έγινε θρύλος μόνο για τις ληστείες του, αλλά γιατί κατάφερε να δημιουργήσει έναν αστικό μύθο που εξακολουθεί να γοητεύει, να διχάζει και να προκαλεί το ενδιαφέρον κάθε νέας γενιάς.