
Ερευνητές στην Τουρκία υποστηρίζουν ότι εντόπισαν την πρώτη φυσική, αρχαιολογική απόδειξη πως οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν ανθρώπινα περιττώματα σε θεραπευτικά παρασκευάσματα.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Journal of Archaeological Science: Reports, βασίζεται στην ανάλυση υπολειμμάτων από ένα μικρό ρωμαϊκό γυάλινο δοχείο (unguentarium) που χρονολογείται στον 2ο αιώνα μ.Χ. και προέρχεται από την αρχαία Πέργαμο, στη δυτική Τουρκία.
Οι ερευνητές έξυσαν αυτές τις καφέ νιφάδες από το εσωτερικό του γυάλινου μπουκαλιού.
Ο επικεφαλής της έρευνας, Cenker Atila, αρχαιολόγος στο Sivas Cumhuriyet University, εντόπισε κατάλοιπα στο εσωτερικό αρκετών παρόμοιων αγγείων κατά τη διάρκεια προηγούμενης έρευνας στο Μουσείο Bergama. Από επτά δοχεία με ορατά υπολείμματα, μόνο ένα παρείχε εργαστηριακά αποτελέσματα με σαφήνεια.
Το περιεχόμενο, σύμφωνα με τις αναλύσεις, ήταν ένα μείγμα από:
ανθρώπινα κόπρανα, υψηλή συγκέντρωση θυμαριού και ελαιόλαδο.
Για τους ερευνητές, η σύνθεση δεν άφησε περιθώρια αμφιβολίας. Όπως δήλωσε ο Atila στο CNN, το παρασκεύασμα αντιστοιχεί σε θεραπεία που περιγράφεται στα έργα του Γαληνού, ενός από τους σημαντικότερους ιατρούς της ρωμαϊκής εποχής.
Γεννημένος στην Πέργαμο, ο Γαληνός υπήρξε πρωτοπόρος στην ανατομία και η ιατρική του σκέψη κυριάρχησε για περίπου 1.500 χρόνια στη δυτική και ισλαμική παράδοση. Στα συγγράμματά του περιλαμβάνονται αναφορές σε θεραπείες που αξιοποιούν τόσο ανθρώπινα όσο και ζωικά περιττώματα.
Κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους, ένα γυάλινο μπουκάλι με μακρύ λαιμό συνήθως περιείχε άρωμα.
Σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης, τέτοιες πρακτικές δεν θεωρούνταν απαραίτητα παράλογες ή αποκρουστικές στην αρχαιότητα. Αντίθετα, ουσίες που σήμερα προκαλούν δυσφορία καταλάμβαναν μια ιδιότυπη θέση στην αρχαία φαρμακολογία — ως ισχυρά, αποτελεσματικά αλλά και «συμβολικά φορτισμένα» συστατικά.
Το θυμάρι, εξηγούν οι ερευνητές, πιθανότατα εξυπηρετούσε διπλό ρόλο: αξιοποιούνταν για τις αντιβακτηριακές του ιδιότητες, ενώ παράλληλα περιόριζε την έντονη οσμή του μείγματος.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ίδιο το αγγείο. Τα unguentaria συνδέονται παραδοσιακά με αρώματα ή καλλυντικά, ιδίως όταν εντοπίζονται σε ταφικά συμφραζόμενα. Η συγκεκριμένη περίπτωση, ωστόσο, δείχνει ότι τέτοια δοχεία μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και για ιατρικούς σκοπούς.
Ο Nicholas Purcell, ομότιμος καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, χαρακτήρισε την έρευνα «επιστημονικά στιβαρή». Όπως σημείωσε, η χρήση περιττωμάτων σε θεραπείες είναι ήδη γνωστή από ρωμαϊκές πηγές, «αλλά η σύνδεσή της με αρχαιολογικό υλικό αποτελεί σημαντική εξέλιξη».
Η ανακάλυψη ενδέχεται να οδηγήσει σε επανεξέταση παλαιότερων ευρημάτων, καθώς αμφισβητεί την αυτονόητη σύνδεση των μικρών γυάλινων αγγείων αποκλειστικά με αρώματα και πολυτελή έλαια.
Παράλληλα, οι ερευνητές επισημαίνουν έναν αναπάντεχο παραλληλισμό με τη σύγχρονη ιατρική. Η μεταμόσχευση κοπράνων (fecal microbiota transplantation), που χρησιμοποιείται σήμερα για συγκεκριμένες εντερικές λοιμώξεις, βασίζεται επίσης στη θεραπευτική αξιοποίηση μικροβιακών κοινοτήτων.
Ίσως, τελικά, η ιστορία της ιατρικής να μην προχωρά πάντα γραμμικά — αλλά να επιστρέφει, με διαφορετικούς όρους, σε ιδέες που είχαν ήδη εξερευνηθεί πριν από χιλιάδες χρόνια.