
Η μάχη στα Γαυγάμηλα θεωρείται δικαίως η κορυφαία στρατιωτική νίκη του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όμως εκείνη στον ποταμό Υδάσπη παραμένει εξίσου εντυπωσιακή και μέχρι σήμερα διδάσκεται στις στρατιωτικές σχολές ως υπόδειγμα στρατηγικής ιδιοφυΐας. Εκεί, ο Μακεδόνας στρατηλάτης δεν χρειάστηκε να αντιμετωπίσει μόνο έναν πολυάριθμο στρατό, αλλά και ένα όπλο που οι άνδρες του δεν είχαν αντικρίσει ποτέ ξανά στο πεδίο της μάχης: τους πολεμικούς ελέφαντες.
Οι τεράστιοι ελέφαντες λειτουργούσαν σαν τα «άρματα μάχης» της αρχαιότητας. Η εικόνα τους και μόνο προκαλούσε τρόμο σε ανθρώπους και άλογα, ενώ οι πολεμιστές που βρίσκονταν πάνω τους εκτόξευαν βέλη και ακόντια με ασφάλεια. Τα ίδια τα ζώα ποδοπατούσαν τους αντιπάλους ή τους διαμέλιζαν με τους χαυλιόδοντές τους, μετατρέποντας τη σύγκρουση σε εφιάλτη.
Απέναντι στον Αλέξανδρο στάθηκε ο βασιλιάς Πώρος, ηγεμόνας της περιοχής Παουράβα, ο οποίος συγκέντρωσε έναν ισχυρό στρατό με δεκάδες χιλιάδες πεζούς, ιππείς, άρματα και περίπου 150 έως 200 ελέφαντες. Ο Ινδός μονάρχης πίστευε πως η αριθμητική υπεροχή, τα παχύδερμα και ο ορμητικός ποταμός Υδάσπης θα ήταν αρκετά για να σταματήσουν την προέλαση των Μακεδόνων.
Ο Αλέξανδρος όμως είχε ήδη καταλάβει πως μια μετωπική επίθεση θα οδηγούσε σε καταστροφή. Έτσι επέλεξε να εφαρμόσει ένα από βουκεφαλαςτα πιο ευφυή στρατηγήματα της καριέρας του. Άφησε ένα μέρος του στρατού πίσω με επικεφαλής τον Κρατερό και ο ίδιος, με επίλεκτες δυνάμεις, κινήθηκε κρυφά κατά μήκος του ποταμού αναζητώντας το κατάλληλο σημείο για να περάσει στην απέναντι όχθη.
Η στιγμή που επέλεξε ήταν ιδανική: μια νύχτα με καταρρακτώδη βροχή και καταιγίδες, όταν η ορατότητα ήταν σχεδόν μηδενική. Την ώρα που ο Κρατερός προσποιούνταν ότι ετοιμάζεται να επιτεθεί κατά μέτωπο, ο Αλέξανδρος διέσχιζε τον ποταμό και ετοιμαζόταν να χτυπήσει από διαφορετικό σημείο.
Το σχέδιο κορυφώθηκε όταν ο Πώρος μετακίνησε τον στρατό του για να αντιμετωπίσει τον ίδιο τον Αλέξανδρο, χωρίς να αντιληφθεί ότι το βαρύ ιππικό του Κοίνου κινείτο από την άλλη πλευρά. Μέσα σε λίγη ώρα, οι Ινδοί βρέθηκαν παγιδευμένοι σε μια ασφυκτική «τανάλια», δεχόμενοι επίθεση από πολλαπλές κατευθύνσεις.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι Αγριάνες, οι επίλεκτοι τοξότες του Μακεδόνα βασιλιά, οι οποίοι στόχευσαν πρώτα τους αναβάτες των ελεφάντων. Χωρίς έλεγχο, τα τρομαγμένα ζώα πανικοβλήθηκαν και άρχισαν να ποδοπατούν αδιακρίτως ακόμη και τους ίδιους τους άνδρες του Πώρου. Το χάος που ακολούθησε έγειρε οριστικά τη μάχη υπέρ των Μακεδόνων.
Παρά τη συντριβή του, ο Πώρος πολέμησε γενναία μέχρι τέλους πάνω στον ελέφαντά του. Όταν τελικά αιχμαλωτίστηκε, ο Αλέξανδρος δεν τον ταπείνωσε. Αντίθετα, εντυπωσιάστηκε από την απάντηση που έλαβε όταν τον ρώτησε πώς ήθελε να του φερθεί: «Σαν βασιλιά». Ο Μακεδόνας στρατηλάτης όχι μόνο του χάρισε τη ζωή, αλλά του επέτρεψε να συνεχίσει να κυβερνά το βασίλειό του.
Η νίκη στον Υδάσπη κόστισε ακριβά και στους δύο στρατούς. Οι Ινδοί υπέστησαν τεράστιες απώλειες, ενώ ακόμη και οι Μακεδόνες έχασαν εκατοντάδες άνδρες. Εκεί ο Αλέξανδρος έχασε και τον αγαπημένο του Βουκεφάλα, το άλογο που τον συνόδευε σχεδόν σε ολόκληρη την εκστρατεία του και πέθανε λίγο μετά τη μάχη από τα τραύματά του.