Στα μέσα του 17ου αιώνα και συγκεκριμένα στις 16 Μαΐου 1651, καταγράφεται ένα ιδιαίτερα βίαιο επεισόδιο στην ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όταν ο τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Παρθένιος Β’ συνελήφθη από γενιτσάρους και εκτελέστηκε με στραγγαλισμό, ενώ το σώμα του ρίχτηκε στη θάλασσα της Κωνσταντινούπολης.

Οι οθωμανικές Αρχές τον θεωρούσαν ύποπτο για επαφές με τη Ρωσία και για κινήσεις που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως πολιτικά επικίνδυνες για την Αυτοκρατορία, σε μια περίοδο έντονων εντάσεων και καχυποψίας απέναντι σε θρησκευτικούς ηγέτες.

Ο Παρθένιος Β’ καταγόταν από τα Ιωάννινα και ακολούθησε εκκλησιαστική πορεία από νεαρή ηλικία, υπηρετώντας αρχικά ως ιερομόναχος και στη συνέχεια ως μητροπολίτης Ιωαννίνων.

Αργότερα ανέλαβε τη Μητρόπολη Αδριανουπόλεως, ενώ είχε ενεργή συμμετοχή στις εκκλησιαστικές διεργασίες της εποχής στην Κωνσταντινούπολη.

Η εκλογή του στον πατριαρχικό θρόνο το 1644 πραγματοποιήθηκε με τη στήριξη κύκλων που συνδέονταν με τον Κύριλλο Λούκαρι και άλλες θεολογικές τάσεις της περιόδου.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, το Πατριαρχείο βρέθηκε στο επίκεντρο έντονων θεολογικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων, οι οποίες επηρέασαν και τη θέση του Παρθενίου.

Κατά τη διάρκεια της πρώτης του πατριαρχίας ήρθε σε σύγκρουση με αντίπαλες εκκλησιαστικές παρατάξεις, γεγονός που οδήγησε τελικά στην καθαίρεση και την εξορία του το 1646.

Παρότι εξορίστηκε, κατάφερε να διαφύγει και να βρει προσωρινό καταφύγιο σε περιοχές της Μολδοβλαχίας, όπου παρέμεινε υπό προστασία τοπικών ηγεμόνων.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1648, επέστρεψε στον πατριαρχικό θρόνο, επιχειρώντας να αποκαταστήσει την επιρροή του και να ενισχύσει τη θέση του Πατριαρχείου.

Ωστόσο, οι πολιτικές και εκκλησιαστικές του επιλογές τον έφεραν σε αντιπαράθεση με διαφορετικά στρατόπεδα, τόσο εντός όσο και εκτός της Οθωμανικής διοίκησης.

Σταδιακά, οι κατηγορίες για επαφές με ξένες δυνάμεις και ιδιαίτερα με τη Ρωσία εντάθηκαν, οδηγώντας τελικά σε καταγγελίες προς την Υψηλή Πύλη.

Το κλίμα καχυποψίας που διαμορφώθηκε είχε ως αποτέλεσμα τη βίαιη σύλληψή του από γενιτσάρους την άνοιξη του 1651.

Μετά τη σύλληψη, ο Παρθένιος Β’ εκτελέστηκε με στραγγαλισμό και το σώμα του ρίχτηκε στη θάλασσα.

Αργότερα, χριστιανοί της περιοχής ανέσυραν τη σορό του και την μετέφεραν για ταφή στη Μονή Καμαριώτισσας στη Χάλκη.

Το γεγονός αυτό καταγράφεται ως μία από τις πιο δραματικές και σκοτεινές στιγμές για το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Ειδικά σε μια εποχή όπως εκείνη, όπου οι θρησκευτικές και πολιτικές ισορροπίες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία παρέμεναν εξαιρετικά εύθραυστες.