Μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας γράφτηκε στις 31 Αυγούστου 1923, όταν η φασιστική Ιταλία του Μπενίτο Μουσολίνι εξαπέλυσε επίθεση εναντίον της Κέρκυρας, βομβαρδίζοντας την πόλη και προχωρώντας στην κατάληψη του νησιού.

Η αφορμή για την ιταλική επιχείρηση είχε δοθεί λίγες ημέρες νωρίτερα, όταν ο Ιταλός στρατηγός Ενρίκο Τελίνι και τέσσερα ακόμη μέλη της διεθνούς επιτροπής για τη χάραξη των ελληνοαλβανικών συνόρων δολοφονήθηκαν κοντά στην Κακαβιά.

Οι δράστες δεν εντοπίστηκαν ποτέ.

Ωστόσο, η κυβέρνηση του Μουσολίνι θεώρησε την Ελλάδα υπεύθυνη και απαίτησε μεταξύ άλλων, αποζημίωση και επίσημη απολογία.

Στις 31 Αυγούστου, ισχυρή μοίρα του ιταλικού Στόλου εμφανίστηκε έξω από το λιμάνι της Κέρκυρας.

Ο Ιταλός διοικητής επέδωσε τελεσίγραφο στον νομάρχη Πέτρο Ευριπαίο, ζητώντας την άμεση παράδοση του νησιού.

Η ελληνική πλευρά αρνήθηκε να παραδώσει την Κέρκυρα χωρίς προηγουμένως να λάβει οδηγίες από την Αθήνα.

Λίγο αργότερα, τα ιταλικά πλοία άνοιξαν πυρ. Στόχος έγινε το Παλαιό Φρούριο, όπου είχαν βρει καταφύγιο χιλιάδες Μικρασιάτες πρόσφυγες, καθώς και το Νέο Φρούριο.

Ο βομβαρδισμός διήρκεσε περίπου 25 λεπτά και είχε τραγικό απολογισμό: 15 άμαχοι σκοτώθηκαν και περισσότεροι από 30 τραυματίστηκαν.

Μπροστά στον κίνδυνο να υπάρξουν ακόμη περισσότερα θύματα, ο νομάρχης αποφάσισε να παραδώσει την πόλη.

Υψώθηκε λευκή σημαία στο Παλαιό Φρούριο και ακολούθησε η απόβαση χιλιάδων Ιταλών στρατιωτών, οι οποίοι κατέλαβαν την Κέρκυρα.

Η ενέργεια του Μουσολίνι προκάλεσε διεθνή κατακραυγή και η Ελλάδα προσέφυγε στην Κοινωνία των Εθνών.

Η κρίση τελικά οδήγησε στην αποχώρηση των ιταλικών στρατευμάτων από το νησί στις 27 Σεπτεμβρίου 1923, αφού προηγουμένως η Ελλάδα είχε αποδεχθεί τους βασικούς όρους που είχαν τεθεί από την Ιταλία.

Η κατάληψη της Κέρκυρας αποτέλεσε μία από τις πρώτες μεγάλες επιδείξεις ισχύος του καθεστώτος Μουσολίνι στη Μεσόγειο και έδειξε από νωρίς τις επεκτατικές διαθέσεις της φασιστικής Ιταλίας.