
Ο Γεώργιος Φραντζής, γνωστός και ως Σφραντζής, υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές που κατέγραψαν την τελευταία περίοδο της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης.
Βυζαντινός αξιωματούχος, στενός συνεργάτης του τελευταίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου και αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων, έζησε από κοντά την πτώση της Πόλης και αποτύπωσε με δραματικό τρόπο τις τελευταίες ώρες της αυτοκρατορίας.
Μετά την Άλωση, η ζωή του σημαδεύτηκε από προσωπικές τραγωδίες. Η οικογένειά του αιχμαλωτίστηκε από τους Οθωμανούς, ενώ ο γιος του φέρεται να δολοφονήθηκε επειδή αρνήθηκε να υποκύψει στις επιθυμίες του σουλτάνου Μωάμεθ Β΄. Ο ίδιος κατέφυγε αρχικά στην Πελοπόννησο και αργότερα στην Κέρκυρα, όπου συνέγραψε το περίφημο «Χρονικό» του, έργο που αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πηγές για τα γεγονότα της εποχής.
Στην αφήγησή του περιγράφει με συγκλονιστικές λεπτομέρειες τις τελευταίες στιγμές πριν από την πτώση της Κωνσταντινούπολης. Κομβικό σημείο θεωρεί τη στιγμή που τραυματίστηκε ο Γενουάτης στρατηγός Ιωάννης Ιουστινιάνης, ο οποίος είχε αναλάβει την άμυνα των τειχών. Σύμφωνα με τον Φραντζή, ο τραυματισμός του προκάλεσε πανικό στους υπερασπιστές, καθώς η αποχώρησή του από τη μάχη έριξε το ηθικό των πολιορκημένων.
Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος προσπάθησε να τον μεταπείσει, ζητώντας του να επιστρέψει στη θέση του, όμως ο Ιουστινιάνης αποχώρησε οριστικά. Την ίδια στιγμή, οι Οθωμανοί εκμεταλλεύτηκαν τη σύγχυση και εξαπέλυσαν γενική επίθεση στα τείχη.
Ο Φραντζής περιγράφει ακόμη την έφοδο του γενίτσαρου Χασάν, ο οποίος, παρά τα τραύματα που δέχθηκε, κατάφερε να ανεβεί στα τείχη, δίνοντας θάρρος στους υπόλοιπους επιτιθέμενους. Οι υπερασπιστές πολέμησαν με απελπισία, όμως η αριθμητική υπεροχή των Οθωμανών αποδείχθηκε καθοριστική.
Ιδιαίτερα δραματική είναι η περιγραφή της τελευταίας μάχης του αυτοκράτορα. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος παρουσιάζεται να μάχεται μέχρι τέλους σαν απλός στρατιώτης, ανάμεσα στους υπερασπιστές της πόλης, σκοτώνοντας πολλούς εχθρούς πριν χαθεί μέσα στη σύγκρουση. Δίπλα του πολέμησαν μορφές όπως ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και ο Δον Φραγκίσκος του Τολέδο, τους οποίους ο χρονικογράφος περιγράφει ως παραδείγματα γενναιότητας και αυτοθυσίας.
Το χρονικό του Φραντζή δεν αποτελεί μόνο ιστορική καταγραφή αλλά και προσωπική μαρτυρία για το τέλος μιας αυτοκρατορίας. Μέσα από τις περιγραφές του αποτυπώνεται η απόγνωση, η σύγχυση και η ηρωική αντίσταση των τελευταίων υπερασπιστών της Κωνσταντινούπολης μπροστά στην οριστική πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Καθώς η περιγραφή του Φραντζή τελειώνει εδώ, την ιστορία συνεχίζει ο Δούκας
«Ο βασιλιάς λοιπόν, έχοντας χάσει κάθε ελπίδα, στεκόταν κρατώντας σπαθί και ασπίδα και είπε ένα λόγο άξιο θρήνου: «Δεν υπάρχει κανένας Χριστιανός να πάρει την κεφαλή μου από εμένα;» Γιατί είχε μείνει τελείως μόνος. Τότε ένας Τούρκος τον χτύπησε στο πρόσωπο, και εκείνος του έδωσε κι αυτός μια. Από πίσω όμως άλλος του έδωσε θανάσιμο χτύπημα και έπεσε κάτω. Δεν ήξεραν ότι ήταν ο βασιλιάς, αλλά σαν απλό στρατιώτη τον σκότωσαν και τον άφησαν.
Μετά οι Τούρκοι κυνήγησαν και όσους Χριστιανούς είχαν απομείνει πίσω από τα εσωτερικά τείχη με βέλη, σφενδόνες και πέτρες, και έγιναν κύριοι όλων, εκτός από τους πύργους του Βασιλείου Λέοντος και του Αλεξίου, όπου στέκονταν οι ναύτες από την Κρήτη. Αυτοί πολεμούσαν γενναία μέχρι την έκτη και έβδομη ώρα και σκότωσαν πολλούς Τούρκους. Βλέποντας όμως το τεράστιο πλήθος και την πόλη ολόκληρη σκλαβωμένη, δεν ήθελαν να σκλαβωθούν και έλεγαν ότι είναι καλύτερα να πεθάνουν παρά να ζήσουν. Ένας Τούρκος ανέφερε στον Αμηρά την ανδρεία τους, και εκείνος διέταξε να κατέβουν με συμφωνία και να είναι ελεύθεροι αυτοί, το πλοίο τους και όλη η περιουσία τους. Μετά από πολλές προσπάθειες, μόλις τους έπεισαν να φύγουν από τον πύργο.
Δύο Ιταλοί αδέλφια, ο Παύλος και ο Τρωίλος, μαζί με πολλούς άλλους, πολεμούσαν γενναία στη θέση τους και ανάγκαζαν τους εχθρούς να υποχωρούν άσχημα. Όταν ο Παύλος γύρισε και είδε τους εχθρούς μέσα στην πόλη, είπε στον αδελφό του: «Ω, φρίξε ήλιε! Ω, στέναξε γη! Έπεσε η πόλη, κι εμάς μας προσπέρασε η ώρα του εχθρού. Αλλά ας φροντίσουμε, αν είναι δυνατόν, για τη σωτηρία μας.»
Έτσι, οι εχθροί έγιναν κύριοι ολόκληρης της πόλης την τρίτη ημέρα, ώρα τέταρτη και μισή, του έτους 6961 (1453), στις 29 Μαΐου. Τότε άρχισε η αρπαγή και η αιχμαλωσία, ενώ όσοι αντιστέκονταν σφάζονταν. Σε πολλά σημεία η γη δεν φαινόταν καθόλου από τους νεκρούς. Ήταν φρικτό θέαμα: θρήνοι πολλοί και ποικίλοι, αμέτρητες σκλαβιές, ευγενείς γυναίκες και παρθένες και μοναχές να τις σέρνουν οι Τούρκοι από τα μαλλιά έξω από τις εκκλησίες με οδυρμούς. Ποιος μπορεί να περιγράψει τον ήχο και τον θρήνο των παιδιών, τους ιερούς ναούς λεηλατημένους;
Έβλεπες το θείο Αίμα και Σώμα του Χριστού χυμένο και πεταμένο κάτω, τα ιερά σκεύη να τα αρπάζουν, άλλα να τα σπάνε και άλλα να τα παίρνουν, τις αγίες εικόνες με χρυσό και ασήμι και πολύτιμους λίθους να τις χρησιμοποιούν για κρεβάτια και τραπέζια, και με τα ιερατικά άμφια και τα μεταξωτά χρυσοΰφαντα ρούχα να σκεπάζουν τα άλογα, ενώ άλλοι έτρωγαν πάνω τους. Τα ιερά λείψανα τα πατούσαν. Και άλλα πολλά ανόσια έργα έκαναν οι πρόδρομοι του Αντιχρίστου.
Ω, Χριστέ Βασιλέα, πόσο ανερμήνευτα και ακατάληπτα είναι τα κρίματά Σου! Και να δεις τον μεγαλειώδη και θειότατο ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας, τον επίγειο ουρανό, τον θρόνο της δόξας του Θεού… μέσα στα άδυτα και πάνω στις αγίες τράπεζες έτρωγαν, έπιναν και διέπρατταν ασελγείς πράξεις με γυναίκες, παρθένες και παιδιά. Ποιος να μη θρηνήσει για σένα, άγιε ναέ;
Παντού υπήρχε κακό. Στα σπίτια θρήνοι και κλάματα, στους δρόμους οδυρμοί, στις εκκλησίες ολοφυρμοί, στεναγμοί ανδρών, ολολυγμοί γυναικών, σέρσιμο, σκλαβιά, βιασμοί. Οι σεμνοί περιφέρονταν άτιμα, οι πλούσιοι με βία. Οι πλατείες και οι γωνίες ήταν γεμάτες από κάθε κακία. Δεν έμεινε κανένας τόπος ανεξερεύνητος ή άσυλος.
Ω Χριστέ Βασιλέα, ελευθέρωσε από τέτοια θλίψη και στενοχώρια κάθε πόλη και χώρα που κατοικούν Χριστιανοί.
Οι άπιστοι δεν άφησαν κανέναν κήπο ή σπίτι ανέγγιχτο, ψάχνοντας για κρυμμένους θησαυρούς. Βρήκαν πάρα πολλά και γέμισαν».