
Ένα πείραμα που ξεκίνησε πριν από περισσότερες από έξι δεκαετίες με στόχο τη δημιουργία ενός νέου αλιευτικού πλούτου εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ανθρώπινης παρέμβασης με απρόβλεπτες συνέπειες για το περιβάλλον.
Στη δεκαετία του 1960, Σοβιετικοί επιστήμονες αποφάσισαν να μεταφέρουν τον γιγάντιο κόκκινο βασιλικό κάβουρα (Paralithodes camtschaticus) από τον βόρειο Ειρηνικό στη Θάλασσα του Μπάρεντς, με την ελπίδα ότι θα δημιουργούσαν έναν νέο, ιδιαίτερα κερδοφόρο αλιευτικό πόρο.
Το σχέδιο αρχικά στέφθηκε με επιτυχία. Τα καβούρια προσαρμόστηκαν στο νέο περιβάλλον, αναπαράχθηκαν και ο πληθυσμός τους αυξήθηκε με ταχύ ρυθμό. Σήμερα, όμως, η εξάπλωσή τους έχει προκαλέσει έντονες ανησυχίες στους επιστήμονες, καθώς το είδος θεωρείται μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες εισβολές στη σύγχρονη ιστορία.
Από το 1961 έως το 1969 μεταφέρθηκαν στην περιοχή του Κόλπου της Κόλα, κοντά στο Μουρμάνσκ, περίπου 1,5 εκατομμύριο προνύμφες, αλλά και χιλιάδες νεαρά και ενήλικα καβούρια. Ο στόχος ήταν η ενίσχυση της οικονομίας των βόρειων περιοχών μέσω της ανάπτυξης μιας νέας αλιευτικής δραστηριότητας.
Ο κόκκινος βασιλικός κάβουρας, που μπορεί να φτάσει σε εντυπωσιακό μέγεθος με άνοιγμα ποδιών άνω του ενός μέτρου, αποδείχθηκε εξαιρετικά προσαρμοστικός. Ωστόσο, η επιτυχία της εγκατάστασής του δημιούργησε σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις.
Το συγκεκριμένο είδος είναι παμφάγο και τρέφεται με μεγάλο εύρος οργανισμών του θαλάσσιου βυθού, όπως μύδια, μαλάκια, αστερίες και άλλα καρκινοειδή. Η παρουσία του έχει συνδεθεί με αλλαγές στη σύνθεση των τοπικών οικοσυστημάτων και με μείωση της βιοποικιλότητας σε ορισμένες περιοχές.
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι σήμερα εκατομμύρια ενήλικα καβούρια έχουν εξαπλωθεί από τις ρωσικές ακτές έως τη βόρεια Νορβηγία, επηρεάζοντας τη φυσική ισορροπία των θαλάσσιων περιοχών όπου εγκαταστάθηκαν.
Παρά τις οικολογικές ανησυχίες, το είδος έχει αποκτήσει και σημαντική οικονομική αξία. Το κρέας του θεωρείται εκλεκτό προϊόν και η αλιεία του αποφέρει σημαντικά έσοδα. Για τον λόγο αυτό, Ρωσία και Νορβηγία ακολουθούν διαφορετικές πολιτικές διαχείρισης: σε ορισμένες περιοχές εφαρμόζονται περιορισμοί για τη διατήρηση του εμπορικού αποθέματος, ενώ αλλού ενθαρρύνεται η αυξημένη αλίευση για τον περιορισμό της εξάπλωσής του.