Στο νοσοκομείο Lainz της Βιέννης, ο θάνατος δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο, καθώς φιλοξενούσε κυρίως ηλικιωμένους ασθενείς, συνήθως άνω των 70 ετών. Το περιβάλλον αυτό αποτέλεσε το ιδανικό κάλυμμα για τη δράση τεσσάρων νοσοκόμων, οι οποίες καταδικάστηκαν για 49 δολοφονίες, αν και οι αρχές εκτιμούν ότι ευθύνονταν για περισσότερους από 200 θανάτους.

Η πρώτη που ξεκίνησε αυτή τη σκοτεινή πορεία ήταν η Βάλτραουντ Βάγκνερ, με κίνητρα που αρχικά θα μπορούσαν να θεωρηθούν ακόμη και «ανθρωπιστικά». Μια 77χρονη ασθενής με ανίατη νόσο της ζήτησε να τη βοηθήσει να βάλει τέλος στη ζωή της, καθώς δεν άντεχε άλλο τον πόνο. Η νοσοκόμα ικανοποίησε το αίτημά της, χορηγώντας της ενδοφλέβια μορφίνη.

Ωστόσο, όπως παραδέχτηκε αργότερα στην απολογία της, εκείνη η εμπειρία της έδωσε την αίσθηση απόλυτης εξουσίας, σαν να μπορούσε να «παίζει τον Θεό».

Με προκλητικό κυνισμό, δήλωσε ότι της φάνηκε «διασκεδαστικό» και δεν ήθελε να σταματήσει, ενώ αποφάσισε να το μοιραστεί και με άλλους. Έτσι, παρέσυρε ακόμη τρεις γυναίκες –επίσης νοσοκόμες– δημιουργώντας αυτό που αργότερα αποκαλύφθηκε ως μια «ομάδα δολοφόνων».

Αρχικά, τα κίνητρά τους δεν ήταν τα ίδια. Σε μεγάλο βαθμό ήταν οικονομικά, καθώς προσφέρονταν να «επισπεύδουν» καταστάσεις έναντι αμοιβής. Έπαιρναν στα χέρια τους τον ρόλο που, όπως έλεγαν, καθυστερούσε να αναλάβει η μοίρα. Με τον καιρό όμως, πέρα από τα αρχικά τους κίνητρα, βυθίστηκαν όλο και περισσότερο στη σκοτεινή πλευρά, φτάνοντας στο σημείο να δρουν πλέον από καθαρά σαδιστική διάθεση.

Η μεταστροφή αυτή φάνηκε ξεκάθαρα και από τον τρόπο δράσης τους. Στην αρχή, σκότωναν ηλικιωμένους ασθενείς χορηγώντας θανατηφόρες δόσεις φαρμάκων μέσω ενέσεων. Σύντομα όμως αυτό δεν τους αρκούσε, οδηγώντας τες στο να επινοήσουν ακόμη πιο σκληρές και βασανιστικές μεθόδους, που ικανοποιούσαν τις σκοτεινές τους επιθυμίες.

Μία από αυτές τις πρακτικές απαιτούσε τη συμμετοχή και των τεσσάρων. Δύο κρατούσαν το θύμα ακινητοποιημένο, ενώ είχε πλήρη συνείδηση, μία του έκλεινε τη μύτη και η τέταρτη έριχνε νερό στο στόμα του, μέχρι να επέλθει ο πνιγμός, οδηγώντας το σε έναν αργό και οδυνηρό θάνατο.

Κάθε τους πράξη φαινόταν να εντείνει την ανάγκη τους για επανάληψη, χωρίς να προκαλεί καμία αίσθηση κορεσμού. Αντίθετα, κάθε νέος θάνατος ενίσχυε την επιθυμία τους, σαν να είχαν εθιστεί, επιστρέφοντας ξανά και ξανά για να ικανοποιήσουν αυτή τη νοσηρή «ανάγκη».

Πέρα όμως από την αδίστακτη δράση τους, γίνονταν όλο και πιο προκλητικές. Δεν περιορίζονταν μόνο στο να αφαιρούν ζωές ανυπεράσπιστων ηλικιωμένων, αλλά έφτασαν στο σημείο να καυχιούνται για όσα έκαναν, μιλώντας ανοιχτά σαν να ήταν βέβαιες ότι δεν θα αποκαλυφθούν ποτέ.

Ορισμένες από αυτές τις σοκαριστικές συζητήσεις έπεσαν στην αντίληψη ενός γιατρού του νοσοκομείου, ο οποίος αρχικά δυσκολεύτηκε να πιστέψει αυτό που άκουγε. Ωστόσο, αντιλαμβανόμενος τη σοβαρότητα της κατάστασης, ενημέρωσε την αστυνομία. Οι αρχές οργάνωσαν επιχείρηση για να τις παρακολουθήσουν και να συγκεντρώσουν αποδείξεις, ώστε να οδηγηθούν ενώπιον της Δικαιοσύνης.

Έπειτα από έρευνα διάρκειας έξι εβδομάδων, οι τέσσερις γυναίκες συνελήφθησαν στις 7 Απριλίου 1989. Παραδέχθηκαν την ενοχή τους για 49 δολοφονίες, αν και εκτιμάται ότι ο πραγματικός αριθμός των θυμάτων ήταν πολύ μεγαλύτερος, με κάποιες πηγές να τον ανεβάζουν ακόμη και στους 200.

Η Βάγκνερ, που θεωρήθηκε ο «εγκέφαλος» της ομάδας, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, όπως και η Λάιντοφ. Αντίθετα, οι Μέγερ και Γκρούμπερ τιμωρήθηκαν με ποινές φυλάκισης 15 ετών.