Επί τέσσερα χρόνια, οι Κύπριοι αγωνιστές αντιμετώπισαν τις βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις της νήσου και τις υπηρεσίες πληροφοριών που επιχείρησαν να ανατρέψουν τα σχέδιά τους για ανεξαρτησία και ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.

Με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, το Λονδίνο επαναξιολόγησε τις κτήσεις του ανά τον κόσμο, προκειμένου να αντιμετωπίσει την επίφοβη κομουνιστική απειλή. Στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, η Κύπρος αξιολογήθηκε ως ιδιαίτερα σημαντική για τη διατήρηση στρατιωτικών βάσεων. Στις αρχές της δεκαετίας του ’50, η Μεγάλη Βρετανία αναβάθμισε τη στρατιωτική της παρουσία λόγω της στρατηγικής θέσης της νήσου.

Μετά τη σταδιακή υποχώρηση από τις αποικίες και τα προτεκτοράτα στη Μέση Ανατολή και την άνοδο του αραβικού εθνικισμού, το Λονδίνο αποφάσισε να μεταφέρει τις κυριότερες βάσεις συλλογής πληροφοριών στην Κύπρο. Στη Λευκωσία εγκαταστάθηκε ο κεντρικός σταθμός της ΜΙ6 (ή SIS-Secret Intelligence Service) για τη Μέση Ανατολή και στην Επισκοπή το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής (British Middle East Headquarters).

Από τα κυπριακά εδάφη ήταν δυνατή η παρακολούθηση των στρατιωτικών και πολιτικών τηλεπικοινωνιών των αραβικών καθεστώτων της Μέσης Ανατολής και των πυραυλικών βάσεων στη νότια ΕΣΣΔ. Οι βάσεις τηλεπικοινωνιών στη Σαμσούντα της Τουρκίας και στην Κύπρο και οι υπερπτήσεις από αναγνωριστικά και κατασκοπευτικά αεροσκάφη (π.χ. αμερικανικών U2) εξασφάλιζαν στους Βρετανούς και τους Αμερικανούς πληροφορίες τεχνολογικής και στρατηγικής φύσεως για τις σοβιετικές πυραυλικές ασκήσεις και επικοινωνίες.

Για την RAF, η Κύπρος αποτελούσε κύρια βάση για βαρέα βομβαρδιστικά, που θα μπορούσαν να πλήξουν την ΕΣΣΔ ακόμη και με ατομικά όπλα, σε περίπτωση που εισέβαλε στη Μέση Ανατολή. Από τις αρχές της δεκαετίας, βρετανικά αεροσκάφη με δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου και υποκλοπών επικοινωνιών στάθμευαν στη νήσο.

Οι μόνιμες βάσεις υποκλοπών τηλεπικοινωνιών της βρετανικής υπηρεσίας ραδιοσημάτων (Government Communications Headquarters/GCHQ) ευρίσκοντο στον Άγιο Νικόλαο, στα όρη Τρόοδος και Όλυμπος και στην Πέργαμο. Ήταν επανδρωμένες κυρίως με στελέχη της RAF και του 9ου Συντάγματος Διαβιβάσεων του βρετανικού Στρατού.

Επίσης, στην Κύπρο υπήρχε αμερικανική παρουσία που με την πάροδο του χρόνου αναπτύχθηκε σημαντικά. Στις αρχές της δεκαετίας του ’50, η Υπηρεσία Ασφαλείας Ενόπλων Δυνάμεων (Armed Forces Security Agency προκάτοχος της NSA) διατηρούσε βάση τηλεπικοινωνιών κοντά στη Λευκωσία, με την ονομασία USF-61 και τον κωδικό Αpplesauce.

Στην Κύπρο λειτουργούσαν ραδιοφωνικοί σταθμοί που απευθύνοντο στους αραβικούς πληθυσμούς της Μέσης Ανατολής. Ο Αραβικός Σταθμός Μεταδόσεως Εγγύς Ανατολής (Νear East Arab Broadcasting Station) λειτουργούσε από τα Πολεμύδια και είχε στην εμβέλειά του τη Συρία, τον Λίβανο, την Ιορδανία, το Ιράν, το Ιράκ, τη βόρεια Αίγυπτο και κάποια τμήματα της Σαουδικής Αραβίας. Εκπέμποντας φιλοβρετανική προπαγάνδα, ο σταθμός ήταν ένα από τα κυριότερα μέσα ψυχολογικών επιχειρήσεων και επηρεασμού των Αράβων.

Το 1957, το Λονδίνο αναδιοργάνωσε τον σταθμό, προκειμένου να αντιμετωπίσει την παναραβική και εθνικιστική προπαγάνδα του Αιγύπτιου προέδρου Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσσερ, που με τη «Φωνή του Καΐρου» ξεσήκωνε τη Μέση Ανατολή κατά της Δύσης.

Χωρίς λοιπόν υπερβολή, κατά τη δεκαετία του ’50, μεσούντος του Ψυχρού Πολέμου, η Κύπρος αποτελούσε για το Λονδίνο και την Ουάσιγκτον ένα νησί-κλειδί στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, μια βάση σημαντικών στρατιωτικών δυνάμεων και συλλογής πληροφοριών για την ΕΣΣΔ και τη Μέση Ανατολή.

Η Μεγάλη Βρετανία δεν επιθυμούσε την αλλαγή του πολιτικού status quo της νήσου και ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’40, όταν άρχισε να ακούγεται εντονότερα το αίτημα για Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, κατέστησε σαφή την αντίθεσή της.

Το Λονδίνο μπροστά στην κρίση

Τον Απρίλιο του 1951, η Ελλάδα πρότεινε τη Ένωση της Κύπρου με αυτήν, παραχωρώντας ως αντάλλαγμα προνομιακούς όρους για τις στρατιωτικές βάσεις που διατηρούσαν οι Βρετανοί στην Κύπρο και νέες βάσεις στην Ελλάδα. Κάποια στελέχη της ΜΙ6, που διέθεταν πληροφορίες για την ελληνική στρατηγική, προσπάθησαν να προωθήσουν τη λύση «ένωση για βάσεις».

Ο φιλέλληνας Μόντυ Γούντχαουζ, ανώτερος αξιωματούχος της ΜΙ6, πρότεινε και στην CIA να επιχειρηματολογήσει υπέρ μιας τέτοιας συμφωνίας, από την οποία οι δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών θα αποκόμιζαν πολύ σημαντικά προνόμια και διευκολύνσεις. Παρ’ όλα αυτά, ο υπουργός Εξωτερικών και αργότερα πρωθυπουργός Χάρολντ ΜακΜίλαν ήταν υπέρ της διατήρησης του αποικιακού χαρακτήρα της βρετανικής παρουσίας στη νήσο. Για να επιτευχθεί αυτό, αποσκοπούσε στην πρόκληση αντιπαράθεσης ανάμεσα σε Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκύπριους.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, η ΜΙ6 έλαβε οδηγίες από τον υπουργό Εξωτερικών να προχωρήσει σε επιχειρήσεις που θα προκαλούσαν ρήξη ανάμεσα στους Ελληνοκυπρίους και τους Τουρκοκυπρίους.

Το 1954, η βρετανική υπηρεσία αντικατασκοπίας ΜΙ5 δημιούργησε στη νήσο τον Ειδικό Κλάδο Κύπρου (Cyprus Special Brach) που, με δειλά βήματα, άρχισε να συντάσσει φακέλους για Κύπριους πατριώτες, οι οποίοι επροετοιμάζοντο να αναλάβουν δράση κατά των Βρετανών. Το Λονδίνο γνώριζε ήδη τις δραστηριότητες του συνταγματάρχη Γεώργιου Γρίβα («Διγενή»), αρχηγού της ΕΟΚΑ και δεν εξέδωσε βίζα για επίσκεψή του στη Μεγαλόνησο την ίδια χρονιά.

Όταν τελικά αποβιβάστηκε μυστικά στην Κύπρο ο Γρίβας, οι βρετανικές Αρχές ήταν ενήμερες της παρουσίας του.

Ο Ελληνοκύπριος αστυνομικός Παύλος Στόκκος (κωδικός «Αμαρτωλός») που υπηρετούσε στις αποικιακές αρχές, ενημέρωσε τον Μακάριο και τον ίδιο τον Γρίβα για το πού υπολόγιζαν ότι βρισκόταν ο αρχηγός της ΕΟΚΑ.

Στα αρχικά στάδια του ένοπλου αγώνα, ο Γρίβας βρισκόταν σε πλεονεκτικότερη θέση ως προς τη συλλογή πληροφοριών. Ο ίδιος, έχοντας συνεργαστεί με τους Βρετανούς στην πρώτη περίοδο του ελληνικού Εμφύλιου, γνώριζε στοιχεία της μεθοδολογίας που ακολουθούσαν στη συλλογή πληροφοριών και στη διεξαγωγή ειδικών επιχειρήσεων. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι οι περισσότεροι Κύπριοι ήταν με το μέρος της ΕΟΚΑ στον αγώνα για την ανεξαρτησία, ενώ η βρετανική αποικιακή μηχανή ήταν επανδρωμένη με Ελληνοκυπρίους που μπορούσαν να συνδράμουν σημαντικά στον σκοπό της οργάνωσης.

Από την πλευρά της, η ΜΙ5 προσπαθούσε να εντοπίσει τους πληροφοριοδότες της ΕΟΚΑ μέσα στις βρετανο-κυπριακές δυνάμεις ασφαλείας και ήταν δυσαρεστημένη με τα ελλιπή μέτρα κράτησης αγωνιστών της ΕΟΚΑ, οι οποίοι αρκετές φορές απέδρασαν από τα βρετανικά στρατόπεδα.

Την 1η Απριλίου 1955, η ΕΟΚΑ κήρυξε επίσημα την έναρξη του κυπριακού απελευθερωτικού αγώνα. Δεκάδες βομβιστικές επιθέσεις συντάραξαν τη Μεγαλόνησο.

Το προηγούμενο βράδυ (31 Μαρτίου), επλήγησαν οι πομποί της Cyprus Brοadcasting Corporation στην Αθάλασσα και στη Λακατάμια, έξω από τη Λευκωσία. Οι πολυπληθείς στρατιωτικές βάσεις ήταν πρώτες στη λίστα των στόχων και στις 16 Μαρτίου επλήγη η βάση του 9ου Συντάγματος Διαβιβάσεων στον Άγιο Νικόλαο.

Τη θέση του κυβερνήτη της νήσου ανέλαβε ο σερ Τζων Χάρντινγκ, ο οποίος είχε αντιμετωπίσει με επιτυχία τις εξεγέρσεις στη Μαλαισία και την Κένυα. Το Λονδίνο επικήρυξε αρχικά με 5.000 λίρες τον Γρίβα, αλλά δεν κήρυξε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Οι υπηρεσίες πληροφοριών και ασφαλείας, σε συνεργασία με τις αστυνομικές Αρχές της νήσου, αναδιοργανώθηκαν, προκειμένου να συντονίσουν την αντίδρασή τους κατά της ΕΟΚΑ.

Με την έναρξη της κρίσης, οι Αρχές ασφαλείας άρχισαν να δέχονται στις τάξεις τους πολλούς Τουρκοκυπρίους, πυροδοτώντας έτσι την αντιπαράθεση μεταξύ των δύο κοινοτήτων της νήσου.

Επιχειρήσεις συλλογής πληροφοριών

Από το 1954, η ΜΙ6 διέθετε αξιόλογες «πηγές» σε Αθήνα και Κύπρο και μπορούσε άμεσα να δυσχεράνει τις προσπάθειες εξοπλισμού των Κυπρίων.

Το Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο σταθμός της ΜΙ6 στην Αθήνα ειδοποίησε τις αποικιακές Αρχές σχετικά με ένα σκάφος που θα μετέφερε όπλα και εκρηκτικά από την Ελλάδα στην Κύπρο. Πολεμικό σκάφος του Βασιλικού Ναυτικού αναχαίτισε και επιθεώρησε το ύποπτο πλοιάριο, αλλά το πλήρωμά του κατάφερε να πετάξει στη θάλασσα το πολύτιμο φορτίο του, πριν από την επιθεώρηση.

Παρόμοιο περιστατικό συνέβη τον Ιανουάριο του 1955, όταν εκπονήθηκε η Επιχείρηση «Purse-Net», που στόχευε στην αναχαίτιση της μεταφοράς φορτίων όπλων. Στις 25 Ιανουαρίου, το βρετανικό σκάφος συλλογής πληροφοριών ΗΜS Comet αναχαίτισε το καΐκι «Άγιος Γεώργιος» κοντά στις κυπριακές ακτές, στη Χλώρακα.

Στο σκάφος βρέθηκαν 10.000 τεμάχια δυναμίτιδας και Βρετανοί δύτες ανέσυραν από τη θάλασσα όπλα και πυρομαχικά που είχαν ριφθεί από το πλήρωμα λίγο πριν από την επιθεώρηση. Οι βρετανικές Αρχές της νήσου είχαν λάβει πληροφορίες μια εβδομάδα πριν από την άφιξη του σκάφους. Ο αρχηγός της Αστυνομίας Τζ. Ρόμπινς ενημέρωσε τον βοηθό περιφερειάρχη της Πάφου, Αλέξη Ιωάννου, για την αποστολή όπλων.

O αστυνόμος Παύλος Στόκκος ανακάλυψε σε καλάθι απορριμμάτων του Αρχηγείου της Αστυνομίας το απόρρητο σήμα για την κινητοποίηση δυνάμεων για τη σύλληψη του καϊκιού. Ο αστυνομικός έδωσε τα νέα στο επιτελείο του Μακαρίου, που όμως δεν πρόλαβε να προειδοποιήσει το σκάφος να αλλάξει πορεία.Αποτέλεσμα της εφόδου ήταν να συλληφθούν 13 Ελληνοκύπριοι, ανάμεσα στους οποίους ο γνωστός υποστηρικτής της ΕΟΚΑ δικηγόρος Σωκράτης Λοϊζίδης, ο οποίος καταδικάστηκε σε 12 χρόνια φυλάκιση στη Μεγάλη Βρετανία.

Η επιτυχία όμως της συγκεκριμένης επιχείρησης δεν ήταν μόνο ότι ακόμη ένα φορτίο όπλων δεν έφτασε στην Κύπρο, αλλά η ανακάλυψη εγγραφών του Λοϊζίδη που επιβεβαίωναν την ύπαρξη μιας οργανωμένης ένοπλης ομάδας που προετοιμαζόταν για δράση. Παρ’ όλα αυτά, οι βρετανικές υπηρεσίες ασφαλείας εκτίμησαν λανθασμένα ότι πάταξαν εν τη γενέσει τους τα σχέδια και τις δυνατότητες των Κυπρίων. Όμως, ο αστυνόμος Στόκκος που μετέφραζε για λογαριασμό της υπηρεσίας του τις καταθέσεις του Λοϊζίδη και των συλληφθέντων, αποκάλυψε στον Μακάριο (ο οποίος και ενημέρωσε τον Γρίβα) ότι ο Λοϊζίδης συνεργάστηκε με τις ανακριτικές Αρχές και προέτρεψε τους συγκρατούμενούς του να αποκαλύψουν τα πραγματικά σχέδιά τους.

Ο Γρίβας όμως είχε και μια άλλη πηγή στον Ειδικό Κλάδο, που αποδείχθηκε ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη. Ο αστυνόμος Γεώργιος Λαγοδόντης υπηρετούσε στον Ειδικό Κλάδο, αφού είχε παρακολουθήσει σεμινάρια της ΜΙ5. Ήταν ο μόνος Ελληνοκύπριος αξιωματικός στον θάλαμο επιχειρήσεων του Ειδικού Κλάδου, που δεν είχε απομακρυνθεί από τους Βρετανούς μετά την εξέγερση της ΕΟΚΑ.

Ο Γρίβας είχε διορίσει τον Λαγοδόντη από το 1956 αρχηγό του Τμήματος Αντικατασκοπίας της ΕΟΚΑ. Μετά τη λήξη του αγώνα ανακαλύφθηκε ότι ο Λαγοδόντης είχε στην κατοχή του δύο πιστοποιητικά εύφημου μνείας: το ένα από τον Γρίβα για τη δράση του υπέρ της ΕΟΚΑ και το άλλο από τον κυβερνήτη Φουτ, που διαδέχθηκε τον Χάρντινγκ για «πολύτιμες υπηρεσίες προς την κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητας».

Ο ίδιος ο Λαγοδόντης, σε συνέντευξή του στη «Sunday Times», παραδέχθηκε την ύπαρξη του βρετανικού εγγράφου. Σύμφωνα με μαρτυρίες αγωνιστών της ΕΟΚΑ και ανεξάρτητη ιστορική έρευνα, ο Λαγοδόντης διετέλεσε κατ’ ουσίαν διπλός κατάσκοπος.6 Ανάμεσα σε άλλα, ο Λαγοδόντης προμήθευε την ΕΟΚΑ με μαγνητοφωνημένες συζητήσεις των Βρετανών προϊσταμένων του. Σε μία περίπτωση ακούστηκαν καθαρά τα ονόματα τριών συνεργατών τους, οι οποίοι και εκτελέστηκαν αργότερα από την ΕΟΚΑ.

Εν τούτοις τίθεται θέμα αξιοπιστίας των συγκεκριμένων πληροφοριών λόγω του ότι πέρασαν στον Γρίβα μέσω Λαγοδόντη: είτε επρόκειτο για το ηθελημένο «κάψιμο» πηγών, προκειμένου ο Λαγοδόντης να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Γρίβα, είτε επρόκειτο για αυτόνομη ενέργεια του Λαγοδόντη, που ήθελε να κρατά ενήμερους και ικανοποιημένους τόσο τους Βρετανούς όσο και την ΕΟΚΑ.

Ενώ η ΕΟΚΑ διεξήγε επιχειρήσεις δολιοφθοράς σε όλη την Κύπρο, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος εξακολουθούσε να αρνείται οποιαδήποτε σχέση με τον Γρίβα και προωθούσε συνομιλίες με τον Χάρντινγκ, έχοντας πάντα στο νου του την Ένωση. Στα τέλη του 1955, ο Ειδικός Κλάδος έκανε έφοδο στο Μέγαρο της Αρχιεπισκοπής και οι αξιωματικοί ασφάλειας ανέφεραν ότι βρήκαν ενδείξεις που οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι κάποια όπλα είχαν μόλις εκκενωθεί από το κτίριο.

Όμως η ΕΟΚΑ είχε διαβρωθεί από ανθρώπους των Βρετανών. Όταν ο Γρίβας κατεδιώκετο από τις βρετανικές δυνάμεις στο «Τρόοδος», αναγκάστηκε να εμπιστευτεί το ημερολόγιό του στον συνεργάτη του Πασχάλη Παπαδόπουλο. Αυτός πούλησε το ημερολόγιο στον Ειδικό Κλάδο, που απέδειξε τη σχέση Μακαρίου-ΕΟΚΑ από τις λεπτομερείς αναφορές του Γρίβα στις συζητήσεις του με τον Αρχιεπίσκοπο.

Μια φωτογραφία χίλιες λέξεις: Ακολούθησε το pronews.gr στο Instagram για να «δεις» τον πραγματικό κόσμο!

Ο Παπαδόπουλος χρησίμευσε επίσης και ως κουκουλοφόρος. Σε έφοδο βρετανικού αποσπάσματος στο σπίτι της οικογένειας Κοκκίνου τον Ιούνιο του 1956, μέλη της οποίας είχαν αναλάβει τη διαχείριση της αλληλογραφίας του Γρίβα, ο άγνωστος κουκουλοφόρος υπέδειξε μια μυστική καταπακτή, που όμως ήταν άδεια. Οργισμένη η μητέρα Κοκκίνου, διαφεύγοντας της προσοχής των Βρετανών στρατιωτών, τράβηξε την κουκούλα του αγνώστου, αποκαλύπτοντας τον Παπαδόπουλο.9

Στις 20 Αυγούστου νέα τμήματα του ημερολογίου του Γρίβα ανακαλύφθηκαν και ο Χάρντινγκ, παρά την έντονη διαφωνία των υπηρεσιών πληροφοριών, αποφάσισε να δημοσιοποιήσει το ημερολόγιο, προκειμένου να ενοχοποιήσει την ΕΟΚΑ. Σύμφωνα με μια μεταγενέστερη αναφορά, πριν από τη δημοσιοποίηση των εγγράφων και του ρόλουτου Παπαδόπουλου, ο Γρίβας σχεδίαζε να μεταβεί στο σπίτι ενός ατόμου που ήταν πληροφοριοδότης των Βρετανών. Με τη δημοσιοποίησή τους, ο Γρίβας άλλαξε τα σχέδιά του, ενώ ο Παπαδόπουλος διέφυγε στο Λονδίνο. Ως πηγή προέλευσης του νέου τμήματος του ημερολογίου του, ο Γρίβας εντόπισε ένα άτομο που του είχε παράσχει καταφύγιο στο παρελθόν και έναν ωρολογοποιό στη Λευκωσία, τον Ανδρέα Λαζάρου. Κατόπιν εντολής του Γρίβα, ο Λαζάρου εκτελέστηκε και ο πρώην οικοδεσπότης του μαζί με τη γυναίκα, μόλις που διέφυγαν στη Βρετανία με τη βοήθεια των Αρχών.10

Ένας άλλος πληροφοριοδότης εντός ΕΟΚΑ ήταν ο Πέτρος Χατζημιτσής, ποινικός κρατούμενος που έπεισε συγκρατούμενούς του που ανήκαν στην ΕΟΚΑ για τα αγνά πατριωτικά αισθήματά του. Σε απόδραση που οργανώθηκε από την ΕΟΚΑ κατέφυγε στα βουνά και εντάχθηκε στην ομάδα Αυξεντίου, παρά την αντίθετη άποψη του Γρίβα. Ο Αυξεντίου παρέμεινε επιφυλακτικός για τα κίνητρα του Χατζημιτσή και του ανέθεσε αποστολή εκτέλεσης για να τον δοκιμάσει. Όμως ο Χατζημιτσής κατάφερε να διαφύγει και έδωσε έγγραφη κατάθεση στον αστυνομικό Ρόμπινσον, δίνοντάς του λεπτομερείς πληροφορίες για τον Αυξεντίου και την οργάνωση της ομάδας του στον Πενταδάκτυλο.

Ο πληροφοριοδότης είχε παραμείνει δυόμιση μήνες με τους μαχητές της ΕΟΚΑ στα βουνά και έδωσε αξιόλογες πληροφορίες. Την ομολογία του Χατζημιτσή κατάφερε να υποκλέψει ο Στόκκος, που κρυφάκουγε από παρακείμενο δωμάτιο, όταν οι Βρετανοί αξιωματικοί μαζί με έναν Ελληνοκύπριο αστυνομικό μετέφραζαν την κατάθεση από τα ελληνικά στα αγγλικά. Συνέπεια της υπόθεσης Χατζημιτσή ήταν μια εκκαθαριστική επιχείρηση στον Πενταδάκτυλο από τις 31 Οκτωβρίου έως τις 6 Νοεμβρίου, στην οποία συμμετείχε και ο ίδιος ως κουκουλοφόρος. Η ομάδα Αυξεντίου ξέφυγε έχοντας προειδοποιηθεί έγκαιρα από τον Στόκκο και έναν άλλο Ελληνοκύπριο αστυνομικό του Ειδικού Κλάδου, τονΧαράλαμπο Ακρίτα.

Όσον αφορά τον Μακάριο, οι βρετανικές υπηρεσίες ασφαλείας είχαν έναν πληροφοριοδότη στο περιβάλλον του, ο οποίος παρείχε πληροφορίες για τις κινήσεις του Αρχιεπισκόπου. Ο κατάσκοπος ανήκε στην Επιχείρηση «Sunshine», που στόχο είχε τον εντοπισμό και τη φυσική εξόντωση του Γρίβα. Η συγκεκριμένη πηγή παρείχε ροή πληροφοριών σχετικά με τις συζητήσεις του Αρχιεπισκόπου με τους στενούς συμβούλους του κατά την κρίσιμη τετραετία. Παρ’ όλα αυτά, η ΜΙ6 δεν έλαβε πληροφορίες σχετικά με την τακτική του Μακαρίου στις διαπραγματεύσεις για τις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο.

Η ταυτότητα της πηγής παραμένει άγνωστη μέχρι σήμερα. Στις αρχές δε του 1959, αναφέρεται ότι το στέλεχος της ΜΙ5, Πήτερ Ράιτ, παγίδευσε το τηλέφωνο του Μακαρίου προκειμένου να υποκλέψει τις συζητήσεις του με τον Γρίβα. Ο Γρίβας δεν χρησιμοποιούσε τηλέφωνο για την επικοινωνία του με τον Αρχιεπίσκοπο, αλλά οι Βρετανοί υπέθεταν ότι οι δύο ηγέτες είχαν ανάγκη πιο συστηματικής επικοινωνίας, εφόσον ο Μακάριος και η Αθήνα εδιαπραγματεύοντο με τη Βρετανία και την Τουρκία την τελική λύση.

Ο ίδιος ο Ράιτ, μαζί με τον Τζων Γουάικ της ΜΙ6, τοποθέτησαν σε τηλεφωνικό στύλο, στην τηλεφωνική γραμμή της Αρχιεπισκοπής, έξω από το μέγαρο, έναν ραδιοπομπό που έστελνε σήμα σε δέκτη που βρισκόταν σε απόσταση περίπου δύο μιλίων.

Όσον αφορά στην καταδίωξη από τις βρετανικές δυνάμεις του Γρίβα, ο Ράιτ υπολόγιζε ότι ο αρχηγός της ΕΟΚΑ εντόπιζε με ραδιογωνιόμετρο τις τηλεπικοινωνίες των βρετανικών αποσπασμάτων και ελάμβανε όλα τα απαραίτητα μέτρα διαφυγής. Η ΜΙ5 λοιπόν προχώρησε σε ένα διπλό σχέδιο: στην εκτενή έρευνα των περιοχών όπου κατά πάσα πιθανότητα βρισκόταν ο Γρίβας, προκειμένου να εντοπιστούν οι κεραίες των ραδιογωνιόμετρων που χρησιμοποιούσε.

Το δεύτερο σκέλος του σχεδίου ήθελε την παγίδευση με πομπό ασυρμάτων που θα περνούσαν στα χέρια της ΕΟΚΑ. Οι Βρετανοί γνώριζαν ότι η ΕΟΚΑ προμηθευόταν πολεμικό υλικό από την Αίγυπτο όπου, μετά την κρίση του Σουέζ και την υποχώρηση των Αγγλογάλλων, μεγάλες ποσότητες στρατιωτικού υλικού βρετανικής προέλευσης επωλούντο από λαθρέμπορους.

Ένας Ελληνοκύπριος έμπορος όπλων που δρούσε υπό την καθοδήγηση της ΜΙ6 προμήθευσε την ΕΟΚΑ με ένα ραδιογωνιόμετρο που είχε παγιδευτεί με πομπό εντοπισμού.14 Σύμφωνα με κάποιες αναφορές, η ΕΟΚΑ συνεργάστηκε με την αιγυπτιακή υπηρεσία πληροφοριών (Mukhabarat). Οι Κύπριοι έδιναν πληροφορίες για τις εγκαταστάσεις του φιλοβρετανικού προπαγανδιστικού πρακτορείου Arab News Agency και του σταθμού Sharq al-Adna που έδρευαν στη νήσο, καθώς και για την κινητοποίηση των γαλλοβρετανικών δυνάμεων πριν από την επέμβαση στο Σουέζ (Νοέμβριος 1956). Σε αντάλλαγμα, το Κάιρο έδωσε όπλα και χρήματα.


Ο Γρίβας, στα βιβλία του που εκδόθηκαν το 1964 (όταν παρέμενε στην εξουσία ο Νάσσερ), δεν κάνει καμία αναφορά σε αυτή τη συνεργασία. Είτε λοιπόν ο σύνδεσμος EOKA-Mukhabarat ήταν μικρής σημασίας, είτε δεν υπήρξε καν. Υπάρχει βέβαια και το ενδεχόμενο ο Γρίβας να μην ήθελε να αναφέρει τη σχέση Νάσσερ-ΕΟΚΑ σε μια περίοδο όπου το κίνημα των Αδεσμεύτων (ανάμεσα στους οποίους οι Μακάριος και Νάσσερ) προκαλούσε υποψίες περί φιλοκομμουνιστικών κινήτρων.

Η ΜΙ5 συνέχιζε τις έρευνες στην Κύπρο είτε με τη συνοδεία αποσπασμάτων είτε μυστικά. Στις αρχές του 1959, καθώς ο Ράιτ περιεφέρετο αναζητώντας κάποιο σημάδι, ανακάλυψε έναν ύποπτο στύλο στην οροφή μιας εκκλησίας στη Γεράσα. Ο στύλος έμοιαζε με αλεξικέραυνο, με έναν μεταλλικό σωλήνα να κατεβαίνει προς το έδαφος.

Ύστερα από προσεκτική παρατήρηση, ο Βρετανός συνειδητοποίησε ότι ο στύλος και η βέργα δεν ήταν συνδεδεμένα, κάτι που υποδείκνυε ότι επρόκειτο για αυτοσχέδια κεραία. Μαζί με έναν συνάδελφό του προσπάθησαν να πλησιάσουν την εκκλησία, αλλά ένα πλήθος παιδιών άρχισε να τους πετά πέτρες κάνοντας αισθητή την παρουσία τους στην κοινότητα. Εκείνοι αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν. Αξιωματικοί της ΜΙ5 εντόπισαν παρόμοια κατασκευή στο χωριό Παλώδια.

Στην Κύπρο, ο Ειδικός Κλάδος είχε ήδη αναπτύξει δίκτυο πληροφοριοδοτών τόσο στα αστικά κέντρα όσο και στην επαρχία (όπου ακόμη και «περιπλανώμενοι χωρικοί» με γαϊδουράκια επιτηρούσαν τους αγροτικούς δρόμους και κουβέντιαζαν «ανέμελα» για τις εξελίξεις με κατοίκους χωριών που επισκέπτοντο). Όσον αφορά τους Ελληνοκύπριους αστυνομικούς που υπηρετούσαν υπό τις βρετανικές Αρχές, ο Γρίβας τους έθεσε στο στόχαστρο της ΕΟΚΑ, καθιστώντας σαφές ότι δεν θα ήταν ανεκτή η συνεργασία τους με τους Βρετανούς. Τον Αύγουστο του 1955, ο συνταγματάρχης διέταξε την εκτέλεση τριών Ελληνοκύπριων αστυνομικών του Ειδικού Κλάδου, που είχαν σημειώσει επιτυχίες κατά της ΕΟΚΑ. Ένας εκ των δολοφονηθέντων ήταν ο λοχίας Ηρόδοτος Πουλλής, που πυροβολήθηκε στις 28 Αυγούστου 1955, από τον Μιχάλη Καραολή στη Λευκωσία.

Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, εκτελέστηκε ο Σάββας Ποράκος, ξενοδόχος στη Λευκωσία, που συνεργαζόταν με τις Αρχές. Στην ίδια επίθεση, τραυματίστηκε ο επιθεωρητής Τσαρλς Ουΐλιαμς.

Ένας άλλος Ελληνοκύπριος αστυνομικός του Ειδικού Κλάδου που εκτελέστηκε ήταν ο Κυριάκος Αριστοτέλους, γνωστός διώκτης της ΕΟΚΑ και φίλα προσκείμενος προς το καθεστώς. Σύμφωνα με πληροφορίες του Στόκκου, προετοίμαζε επιχείρηση διείσδυσης στην ΕΟΚΑ.
Πυροβολήθηκε στο νοσοκομείο όπου είχε μεταβεί για να επισκεφτεί το νεογέννητο παιδί του, στις 15 Απριλίου 1956.

Παράλληλα, οι πληροφοριοδότες της ΕΟΚΑ κατάφεραν να εντοπίσουν τον Ουΐλιαμ Χένρυ Ντήαρ, ανακριτή του Ειδικού Κλάδου, ο οποίος και εκτελέστηκε στις 14 Απριλίου 1958 στην Αμμόχωστο.

Συλλογή πληροφοριών στην Αθήνα

Μια άλλη πτυχή της συλλογής πληροφοριών για την ΕΟΚΑ και την ελληνική στρατηγική για το Κυπριακό, ήταν οι δραστηριότητες των σταθμών της ΜΙ6 και CIA στην Αθήνα, όπου αναφέρεται ότι ακόμη και ανώτερα μέλη της ελληνικής κυβέρνησης παρείχαν σχετικές πληροφορίες κατά την εν λόγω περίοδο.21 Παρ’ όλα αυτά, οι παραπάνω πληροφορίες δεν επιβεβαιώνονται από ελληνικές πηγές.

Τηλεφωνικές υποκλοπές στην Αθήνα επέτρεψαν τον εντοπισμό αποστολών όπλων στην Κύπρο. Η ΜΙ5 είχε καταφέρει να τοποθετήσει μικρόφωνο στον θάλαμο επικοινωνιών της ελληνικής πρεσβείας στο Λονδίνο, έχοντας τη δυνατότητα παρακολούθησης των ελληνικών διπλωματικών επικοινωνιών.Η ΜΙ6 στην Αθήνα παρακολουθούσε τον επικεφαλής του δικτύου αποστολών Ανδρέα Αζίνα, αλλά εκείνος κατάφερνε πάντα να στέλνει όπλα στην Κύπρο, κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη των Βρετανών.

Όταν το 1957 συνελήφθη στο λιμάνι της Λεμεσού το δίκτυο Κυπρίων τελωνειακών που διευκόλυνε την εισαγωγή όπλων, ο Αζίνας, μαζί με τον Κορνήλιο Κυριακίδη, ταχυδρομικό υπάλληλο, ανακάλυψαν ότι πακέτα με αποστολέα από το εξωτερικό και αποδέκτη την περιοχή της Πάφου δεν περνούσαν από έλεγχο στο λιμάνι της Λεμεσού, αλλά μεταφέρονταν στη Κτήμα όπου Βρετανοί και Τουρκοκύπριοι αστυνομικοί τα εξέταζαν. Τα πλημμελή μέτρα φύλαξης στο Κτήμα επέτρεψαν στην ΕΟΚΑ τη μεταφορά σημαντικών εφοδίων, με τη μέθοδο της αποστολής δύο-τριών πακέτων την εβδομάδα στην Πάφο.

Oι επιχειρήσεις συλλογής πληροφοριών της ΜΙ6 στην Αθήνα έγιναν γνωστές στις ελληνικές Αρχές. Στα μέσα του 1956, οι ελληνικές υπηρεσίες πληροφοριών εντόπισαν απόπειρα της ΜΙ6 να χρησιμοποιήσει Έλληνες ναυτικούς για τη μεταφορά όπλων στην Κύπρο. Οι ναυτικοί θα εστρατολογούντο υπό «τρίτη σημαία» και αφού μετέφεραν τα όπλα, θα ακολουθούσε η σύλληψή τους από τους Βρετανούς, αποδεικνύοντας δημόσια τον εξοπλισμό της ΕΟΚΑ από την Αθήνα. Τελικά, η σχεδιαζόμενη επιχείρηση δεν τέθηκε σε εφαρμογή.

Επιπρόσθετα, στις αρχές του 1957, η ΚΥΠ ανακάλυψε επιχείρηση υποκλοπής από την ΜΙ6 εμπιστευτικής τηλεφωνικής γραμμής του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, στην ιδιωτική οικία του. Ο Έλληνας πρωθυπουργός έδωσε άμεσα οδηγίες για δημόσια διαμαρτυρία και για διακοπή χρήσης της γραμμής. Ο υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας τού πρότεινε ένα σχέδιο παραπληροφόρησης με διπλωματικά πλεονεκτήματα.

Οι δύο άνδρες δεν θα δημοσιοποιούσαν τις πληροφορίες της ΚΥΠ, αλλά θα συνέγραφαν τρεις ψεύτικες τηλεφωνικές συζητήσεις, τις οποίες και θα διοχέτευαν στις καθημερινές τους συζητήσεις μέσω της παγιδευμένης γραμμής. Στην πρώτη «συζήτηση» ο Αβέρωφ θα προειδοποιούσε τον πρωθυπουργό ότι, σύμφωνα με πληροφορίες, η ΕΟΚΑ σχεδίαζε τη δολοφονία του Αμερικανού πρέσβη και της οικογένειάς του στην Αθήνα. Ο Καραμανλής θα ακουγόταν επιφυλακτικός, εγκρίνοντας όμως τα έκτακτα μέτρα προστασίας που θα διέταζε ο υπουργός του. Στη δεύτερη «συνομιλία», ο Αβέρωφ θα υποστήριζε τη σύσταση διπλωματικής συμμαχίας Γιουγκοσλαβίας – Ελλάδας – Αιγύπτου, κίνηση που ανέτρεπε τις ισορροπίες στον ψυχροπολεμικό κόσμο. Στην τρίτη «συνομιλία», ο Αβέρωφ επιχειρηματολογούσε υπέρ μιας επίσημης επίσκεψης του πρωθυπουργού στην ΕΣΣΔ. Ο Καραμανλής δεν ακουγόταν να αποκλείει μια τέτοια διπλωματική κίνηση, που θα έθετε σε συναγερμό το ΝΑΤΟ για την πορεία της Ελλάδας.

Οι πλαστές συνομιλίες καταγράφηκαν και κατατέθηκαν σε σφραγισμένο φάκελο σε συμβολαιογραφείο της Βέρνης. Στα έγγραφα αναφερόταν ότι οι συνομιλίες είχαν ως σκοπό να ενημερωθεί η αμερικανική πρεσβεία από τη βρετανική, που είχε παγιδεύσει το τηλέφωνο του Καραμανλή. Λίγες ημέρες αργότερα, ο Αβέρωφ κάλεσε στο υπουργείο Εξωτερικών τον Αμερικανό πρέσβη Τζωρτζ Άλλεν. Στη συνάντηση έλαβε μέρος και ο νομπελίστας πρέσβης Γεώργιος Σεφέρης (Σεφεριάδης). Ο Αβέρωφ ρώτησε τον Αμερικανό εάν ήταν ενήμερος της ελληνικής θέσης σχετικά με τη συμμαχία με Κάιρο και Βελιγράδι, την επίσκεψη του Καραμανλή στη Μόσχα και τα σχέδια της ΕΟΚΑ κατά του ιδίου. Ο Αμερικανός απάντησε καταφατικά, λέγοντας ότι είχε συζητήσει σχετικά με τον Βρετανό πρέσβη στην Αθήνα.

Ο Βρετανός του είχε πει ότι ήταν «άριστα πληροφορημένος». Συμπλήρωσε όμως ότι δεν τα πίστευε και υποστήριξε ότι επρόκειτο απλά για μαύρη προπαγάνδα εναντίον της Ελλάδας. Ο Έλληνας υπουργός τον αιφνιδίασε λέγοντάς του τα πραγματικά γεγονότα της επιχείρησης Καραμανλή-Αβέρωφ. Η συνάντηση έκλεισε, με τον Αβέρωφ να διαβεβαιώνει τον μπερδεμένο πρέσβη ότι θα του αποδείξει τα λεγόμενά του σε δύο με τρεις ημέρες.

Λίγο αργότερα, ο Αβέρωφ συναντήθηκε με τον Βρετανό πρέσβη στην Αθήνα, σερ Τσαρλς Πηκ. Παρών ήταν πάλι ο Σεφέρης. Ο υπουργός πληροφόρησε τον πρέσβη για την επιχείρηση υποκλοπών της ΜΙ6. Ο διπλωμάτης αρνήθηκε τα πάντα και βρέθηκε σε ακόμη πιο δύσκολη θέση, όταν ο Αβέρωφ (εντείνοντας την αγωνία του εσκεμμένα), του πρότεινε να πάνε μαζί να δουν το σημείο της υποκλοπής. Ο Πηκ αρνήθηκε και πάλι.

Κατόπιν εντολής, απεστάλη από τη Βέρνη ο σφραγισμένος φάκελος με τις πλαστές συνομιλίες. Παρουσία του Αμερικανού πρέσβη ανοίχθηκε ο φάκελος και ο επίσημος διερμηνέας της αμερικανικής πρεσβείας Καλλιγάς μετέφρασε τα έγγραφα. Ο Αβέρωφ έδειξε στον πρέσβη ότι η ημερομηνία κατάθεσης στο συμβολαιογραφείο ήταν προγενέστερη των ημερομηνιών που έλαβαν χώρα οι συνομιλίες και της ημερομηνίας που ο Βρετανός πρέσβης ενημέρωσε τον συνάδελφό του σχετικά με το θέμα. Ο Αβέρωφ επέστησε την προσοχή του πρέσβη στην ημερομηνία επιστροφής του φακέλου, που ήταν μετά τις συζητήσεις των δύο ανδρών στο Υπουργείο Εξωτερικών. Ο Αμερικανός δεν έκρυψε την έκπληξή του.

Λίγο αργότερα, στη Σύνοδο του Συμβουλίου Υπουργών του ΝΑΤΟ, ο Αμερικανός υπουργός Ντάλλες, σε συζήτησή του με τον Αβέρωφ παραδέχθηκε εύθυμα ότι «όλο το Στέιτ Ντηπάρτμεντ γελούσε επί ημέρες με το πάθημα της Intelligence Service. Τι καταπληκτική παγίδα τους στήσατε». Παρ’ όλα αυτά, ο Αμερικανός υπουργός είδε την Ελλάδα να στρέφει τις ΗΠΑ εναντίον της Βρετανίας. Δεν θα έπρεπε να αποκαλυπτόταν αυτή η υπόθεση. Ο Αβέρωφ του είπε ότι δεν θα τη δημοσιοποιούσε, αν και γνώριζε ότι θα ωφελούσε την Αθήνα, γιατί ήθελε να πεισθεί το Λονδίνο να σταματήσει την προπαγάνδα περί διοχέτευσης ελληνικών όπλων στην ΕΟΚΑ, κάτι που είχε αρνητικό αντίκτυπο στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό.

Η Αθήνα ήταν έτοιμη να δημοσιοποιήσει την επιχείρηση της ΜΙ6 κατά του Καραμανλή και την παγίδευση του τηλεφώνου του Κύπριου βουλευτή Σάββα Λοϊζίδη. Εάν όμως το Λονδίνο έπαυε τις αιτιάσεις, τότε η Αθήνα θα απέκρυπτε τα πάντα. Τελικά, οι Βρετανοί δεν επανήλθαν άμεσα στο θέμα υποστήριξης της ΕΟΚΑ από την Αθήνα, αναλογιζόμενοι τον αντίκτυπο των ελληνικών αποκαλύψεων. Δύο φορές θίχτηκε έμμεσα το θέμα από τον Βρετανό υπουργό Εξωτερικών Σέλγουϊν Λόυντ, αλλά έμμεση παρατήρηση του Αβέρωφ σχετικά με τις βρετανικές πηγές πληροφοριών έκανε τους Βρετανούς αξιωματούχους να αποφύγουν οποιαδήποτε νέα αναφορά.

Η ανακάλυψη της επιχείρησης υποκλοπών έδωσε τη δυνατότητα στην ΚΥΠ να αναδιοργανώσει την ασφάλεια επικοινωνιών της ελληνικής κυβέρνησης. Δεν θα ήταν όμως δυνατόν να ξεκινήσει μια εκτεταμένη ελληνική επιχείρηση παραπληροφόρησης μέσα από την παγιδευμένη γραμμή, για δύο λόγους.
Πρώτον, το Κυπριακό το εχειρίζοντο ο Καραμανλής, ο Μακάριος και ο Γρίβας και δεν ήταν δυνατός ο συντονισμός τους και η διοχέτευση πληροφοριών που θα έφερναν διαπραγματευτικά οφέλη. Δεύτερον, η Ελλάδα έπρεπε να συμπεριφέρεται ως αξιόπιστος συνομιλητής σε μια ατυχώς μεν, αληθώς δε, τριμερή διαπραγμάτευση (Ελλάδα, Τουρκία, Βρετανία). Δεν επρόκειτο για διμερή διαπραγμάτευση όπου η παραπλάνηση θα αποκόμιζε τακτικά οφέλη αλλά περί μακροχρόνιων επαφών των τριών κρατών, που συχνά άλλαζαν τις θέσεις τους. Τέλος, η αποκάλυψη της επιχείρησης στους πρέσβεις της Βρετανίας και των ΗΠΑ έδωσε τη δυνατότητα στην ΜΙ6 και στην CIA να ανασυγκροτήσουν τις επιχειρήσεις τους και να εντοπίσουν τις αδυναμίες τους.

Σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο, αυτή η εξέλιξη ζημίωνε την ελληνική πλευρά. Όμως ο Αβέρωφ χρειαζόταν άμεσα ένα «διαπραγματευτικό χαρτί», προκειμένου να πιέσει σε διπλωματικό επίπεδο το Λονδίνο να σταματήσει την προβολή των θέσεων ότι η Αθήνα υποκινούσε την ΕΟΚΑ. Τελικά, οι Βρετανοί δεν επανήλθαν ανοιχτά και άμεσα στο θέμα, ωφελώντας έτσι άμεσα τις θέσεις της ελληνικής διπλωματίας. Προκαλεί μάλιστα δικαιολογημένο θαυμασμό η σύλληψη και η εφαρμογή του σχεδίου Καραμανλή-Αβέρωφ, όταν και οι δύο άνδρες δεν είχαν επαγγελματική εμπειρία στις υπηρεσίες πληροφοριών.

Ανάλυση πληροφοριών

Τα αποσπάσματα του ημερολογίου του Γρίβα βοήθησαν τις βρετανικές υπηρεσίες να αναλύσουν την στρατηγική του και να ανακαλύψουν τη σχέση του Μακαρίου με την ΕΟΚΑ. Το Φόρεϊν Όφφις ενημέρωσε την Ουάσιγκτον για τα ευρήματα και τα χρησιμοποίησε ως δικαιολογία για την άρση των συνομιλιών για το Κυπριακό και την εξορία του Μακαρίου στις Σεϋχέλλες, στις 9 Μαρτίου 1956. Η επιχείρηση σύλληψης και μεταφοράς του Αρχιεπισκόπου κωδικοποιήθηκε ως Επιχείρηση «Apollo».

Ο Αρχιεπίσκοπος μετέβη στο αεροδρόμιο Λευκωσίας, προκειμένου να ταξιδέψει στην Ελλάδα. Το αυτοκίνητό του οδηγήθηκε από βρετανικό απόσπασμα με επικεφαλής τον ταξίαρχο Μπέικερ, σε ένα μεταγωγικό αεροσκάφος Hastings Mark II. Ο Μακάριος παρακλήθηκε από έναν αξιωματικό να ανέβει στο αεροσκάφος όπου βρισκόταν ήδη ο επίσκοπος Κερύνειας.

Το αεροσκάφος απογειώθηκε στις 16.15. Την ίδια ώρα, οι Βρετανοί άρχισαν να ερευνούν την Αρχιεπισκοπή και κατέσχεσαν την αλληλογραφία του Μακαρίου. Το αεροσκάφος έφτασε στο Nαϊρόμπι, απ’ όπου ο Μακάριος οδηγήθηκε με στρατιωτική φάλαγγα στη Μομπάσα. Εκεί επιβιβάστηκε στο καταδρομικό HMS Loch Fada που απέπλευσε για τις Σεϋχέλλες. Στο νησί, ο Μακάριος οδηγήθηκε στην εξοχική κατοικία του κυβερνήτη, όπου και διέμεινε όλο το διάστημα της παραμονής του. Η συμπεριφορά των Βρετανών απέναντί του ήταν ιδιαίτερα προσεγμένη.

Όσον αφορά στο προφίλ της ΕΟΚΑ, οι αρχικές εκτιμήσεις των βρετανικών υπηρεσιών ήταν λανθασμένες. Το Λονδίνο πίστευε ότι η ΕΟΚΑ ήταν οργανωμένη με βάση το κομμουνιστικό μοντέλο, που προϋπέθετε έναν σταθερό μηχανισμό με πολιτικό γραφείο και κομμισάριους που συλλογικά καθόριζαν την στρατηγική της οργάνωσης, έχοντας την έδρα τους στα βουνά (κατά το πρότυπο του ΕΛΑΣ στη διάρκεια της Κατοχής).

Η αλήθεια όμως ήταν πολύ διαφορετική και μόνο προς τα τέλη του 1956 άρχισε να διαφαίνεται. Στο Λονδίνο επικρατούσε η παντελώς λανθασμένη εκτίμηση ότι, αν και η ΕΟΚΑ ήταν πολιτικοστρατιωτική οργάνωση δεξιών κατευθύνσεων, το ΑΚΕΛ, το Κυπριακό Κομμουνιστικό Κόμμα (που εθεωρείτο ότι το ήλεγχε η Μόσχα) θα εκμεταλλευόταν την αναταραχή και θα ανερχόταν στην εξουσία.

Όμως η ΕΟΚΑ ήταν μια εξαιρετικά ευέλικτη προσωποπαγής οργάνωση, που με την έναρξη των βρετανικών επιχειρήσεων στα κυπριακά όρη, μετέφερε τάχιστα την έδρα και τις επιχειρήσεις της στα αστικά κέντρα, όπου ήταν δύσκολος ο εντοπισμός και η εξουδετέρωσή της. Επιχειρώντας στις πόλεις, η ΕΟΚΑ είχε ως κύριους αντιπάλους όχι στρατιωτικές μονάδες, αλλά τον Ειδικό Κλάδο. Οι μαχητές της ΕΟΚΑ χωρίστηκαν σε ομάδες κρούσης των 4-6 ατόμων, για να αποφύγουν τη διείσδυση πληροφοριοδοτών των Βρετανών.

Με την πάροδο του χρόνου, η Επιτροπή Πληροφοριών Κύπρου (Cyprus Intelligence Committee) που απετελείτο από την ΜΙ6, ΜΙ5, την αστυνομία και τους κλάδους πληροφοριών των Ενόπλων Δυνάμεων που στάθμευαν στην Κύπρο, κατέληξε στην εκτίμηση ότι ο Γρίβας είχε δύο σκοπούς: α) να μετατρέψει την ασφάλεια στην Κύπρο σε πονοκέφαλο για τις Αρχές και β) να τις ωθήσει σε δυσανάλογα μέτρα αντίδρασης, προκειμένου να εκθέσει τις βρετανικές καταχρήσεις στη διεθνή κοινή γνώμη.

Προπαγάνδα και Ψυχολογικές Επιχειρήσεις

Με την έναρξη του αγώνα της ΕΟΚΑ, ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών υποστήριξε τον κυπριακό αγώνα. Το Λονδίνο διαμαρτυρήθηκε έντονα, αλλά δεν ανέλαβε αρχικά επιθετικές πρωτοβουλίες. Όμως, έναν χρόνο αργότερα, την 1η Ιουνίου 1956, ο πρωθυπουργός ΄Ηντεν κατέκρινε ανοιχτά το πρόγραμμα του σταθμού, λέγοντας ότι «η Αθήνα υποκινεί την τρομοκρατία».

Οι Βρετανοί κατάφεραν ισχυρές παρεμβολές στον Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών και από τους δικούς τους σταθμούς διακήρυξαν ότι η ΕΟΚΑ αποτελείται από «κακούς πράκτορες πολιτικής τρομοκρατίας και δειλούς δολοφόνους».29
Οι Αρχές στην Κύπρο υιοθετούν προπαγανδιστικές ανακοινώσεις και η λογοκρισία εντείνεται. Οι δρόμοι αστικών περιοχών γεμίζουν με προπαγανδιστικά φυλλάδια κατά της ΕΟΚΑ.

Το Λονδίνο προχώρησε στην Επιχείρηση «Tea-Party», με σκοπό τον στιγματισμό της ΕΟΚΑ στα μάτια της διεθνούς κοινής γνώμης. Η επιχείρηση εφαρμόστηκε από το τμήμα Πληροφοριών και Έρευνας (Information and Research Department/IRD), του Φόρεϊν Όφφις. Σε ανταποκριτές αλλοδαπών ΜΜΕ στην Κύπρο μοιράστηκαν ενημερωτικά φυλλάδια, σύμφωνα με τα οποία «η ΕΟΚΑ εκπόρνευε ανήλικα κορίτσια με μέλη της» και ήταν «εναντίον της ευημερίας» της νήσου. Σύμφωνα με άλλο φυλλάδιο: «κοριτσάκι δώδεκα χρονών αναγκάστηκε να έχει σεξουαλική σχέση με μέλος της ΕΟΚΑ». Παράλληλα, προωθείτο η εκτίμηση ότι η ΕΟΚΑ ήταν όργανο του ΑΚΕΛ. Αν και οι βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών είχαν λύσει πια τον γρίφο της πολιτικής κατεύθυνσης της ΕΟΚΑ, το IRD συνέχιζε να κάνει λόγο περί κομμουνιστικού κινδύνου, προκειμένου να πάρει με το μέρος του την Ουάσιγκτον.

Οι βρετανικές Αρχές πληροφόρησαν τους Αμερικανούς ανταποκριτές ότι ανακάλυψαν έγγραφα που πιστοποιούσαν τη σχέση ΕΟΚΑ-ΑΚΕΛ. Οι δημοσιογράφοι δεν είχαν όμως άμεση πρόσβαση στα «ντοκουμέντα».

Παράλληλα, εφημερίδες όπως οι συντηρητικής κατεύθυνσης «Daily Mirror» και «Daily Herald» (φύλλα 29ης Μαΐου 1955) έγιναν αποδέκτες «διαρροών» από το Υπουργείο Αποικιών περί κομμουνιστικής υποστήριξης στον Μακάριο (όταν ο Αρχιεπίσκοπος είχε συμφωνήσει σε παγκυπριακή απεργία και είχε συναντηθεί με τρεις αριστερούς Κυπρίους δημάρχους). Σταδιακά, μια αυτοτροφοδοτούμενη προπαγάνδα πείθει το Λονδίνο ότι αν γινόταν η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, τότε η Τουρκία θα κυκλωνόταν λόγω του «κινδύνου» που αντιμετώπιζε η Ελλάδα να μετατραπεί σε κομμουνιστικό δορυφόρο.

Ο κομμουνιστικός κίνδυνος και τα απίθανα σενάρια αλλοίωναν τις πραγματικές εκτιμήσεις για την κρίση.

Παρ’ όλα αυτά, η Αθήνα χρησιμοποίησε με τη σειρά της αντεπιχειρήματα σχετικά με την κομμουνιστική απειλή.
Η Ουάσιγκτον ενημερώθηκε από Έλληνες διπλωμάτες ότι θα έπρεπε να συγκρατήσει τη Βρετανία να μην προχωρήσει σε μια υποθετική σύλληψη και εκτέλεση του Γρίβα, ειδάλλως το ΑΚΕΛ θα κυριαρχούσε στην Κύπρο. Η Αθήνα ελισσόταν στις Συμπληγάδες της βρετανικής προπαγάνδας.

Με την πάροδο του χρόνου, οι αποικιακές Αρχές προχώρησαν σε νέου τύπου ψυχολογικές επιχειρήσεις. Το φθινόπωρο του 1958, έκαναν την εμφάνισή τους μέσω προκηρύξεων δύο βρετανικές παραστρατιωτικές οργανώσεις: η ΑΚΟΕ (η λέξη ΕΟΚΑ γραμμένη ανάποδα) και ο «Cromwell». Οι οργανώσεις καλούσαν τους Κυπρίους και τους Βρετανούς να αντεπιτεθούν χωρίς οίκτο στην ΕΟΚΑ και να αγοράζουν βρετανικά προϊόντα (είχε προηγηθεί η επιτυχής έκκληση του Γρίβα για μποϊκοτάζ κατά των βρετανικών προϊόντων).

Στην προσπάθεια δυσφήμισης της ΕΟΚΑ έλαβαν μέρος πλήθος υπηρεσιών δημόσιας ενημέρωσης και γι’ αυτό υπήρξαν φαινόμενα μη συντονισμένων ενεργειών. Εκτός από το IRD, έλαβαν μέρος το Γραφείο Ενημέρωσης του Υπουργείου Αποικιών (Colonial Office Information Department), το Γραφείο Ενημέρωσης Πολιτικής (Information Policy Department/IPD), το Γραφείο Νοτίων Υποθέσεων (Southern Department) και το Γραφείο του ΟΗΕ (όλα τμήματα του Φόρεϊν Όφφις), καθώς και το Βρετανικό Γραφείο Ενημέρωσης που έδρευε στη Νέα Υόρκη (British Information Service/BIS). Ιδιαίτερα το BIS, ανέλαβε δράση κατά του Μακαρίου που, μετά τις Σεϋχέλλες, επισκέφτηκε τις ΗΠΑ για να προωθήσει τις κυπριακά αιτήματα. Το BIS προώθησε αντιμακαριακό προπαγανδιστικό υλικό σε περίπου 3-4.000 χιλιάδες Αμερικανούς δημοσιογράφους και διαμορφωτές κοινής γνώμης.

Μετά την ανακάλυψη των ημερολογίων του Γρίβα και τη δημοσιοποίησή τους, οι Αρχές κυκλοφόρησαν μια σειρά από ενημερωτικά δελτία κατά της ΕΟΚΑ. Μια σειρά τίτλων ήταν: «Greek Irredentism and Cypriot Terrorism» [Ελληνικός Αλυτρωτισμός και Κυπριακή Τρομοκρατία] (1956), «Greece and Cyprus: The Policy behind Terrorism» [Ελλάδα και Κύπρος: Η Πολιτική πίσω από την Τρομοκρατία] (1957), «Church and Terrorism in Cyprus» [Εκκλησία και Τρομοκρατία στην Κύπρο] (1957). Στις βρετανικές εφημερίδες, ο Μακάριος εμφανιζόταν ως «αρχιτρομοκράτης», ενώ στο εξώφυλλο του τελευταίου τίτλου (Εκκλησία και Τρομοκρατία στην Κύπρο) παρουσιαζόταν η εικόνα ενός πτώματος δίπλα σε μια φωτογραφία του Αρχιεπισκόπου, με φόντο τις Δέκα Εντολές (τονίζοντας το «ου φονεύσεις»). Η Εκκλησία έγινε στόχος επιθέσεων, αλλά στελέχη του Φόρεϊν Όφφις συνειδητοποίησαν ότι μια τέτοια επιλογή στερούσε αξιοπιστίας το Λονδίνο και συμβούλευσαν οι επιθέσεις να εστιαστούν κατά του Μακαρίου και όχι κατά του θεσμού της Εκκλησίας.

Τέλος, ένα άλλο μέσο μαύρης προπαγάνδας ήταν η συγγραφή μυθιστορημάτων που φωτογράφιζαν τον Μακάριο και την κυπριακή κρίση. Τίτλοι όπως «Bad Summer» (Άσχημο Καλοκαίρι) του Άπλμπυ και το «Not Yours the Island» (Δεν είναι δικό σου το νησί) του Νας, υποστηρίχθηκαν από τον ίδιο τον Χάρντινγκ. Ακόμη δηλαδή και σε λογοτεχνικά κείμενα, περνούσε η αρνητική εικόνα του Μακαρίου και των Κυπρίων. Οι εξελίξεις όμως θα προλάβουν τις επιχειρήσεις λευκής, γκρίζας και μαύρης προπαγάνδας.
Στα τέλη του 1958 και στις αρχές του 1959, όταν η επίλυση του Κυπριακού άρχισε να διαφαίνεται με τις τριμερείς επαφές, το Λονδίνο άρχισε να ανακαλεί σταδιακά τις επιχειρήσεις προπαγάνδας και ψυχολογικού πολέμου. Το αντιμακαριακό μυθιστόρημα «The Flaming Cassock» (Τα Φλεγόμενα Ράσα) του Άρθουρ Κάμπελ δεν εκδόθηκε και η βρετανική κυβέρνηση προσπάθησε να πείσει την εχθρική προς τους Κυπρίους βρετανική κοινή γνώμη ότι ο Μακάριος δεν ήταν πλέον «τρομοκράτης», αλλά αξιόπιστος συνομιλητής στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Παράλληλα, στην Κύπρο, οι Αρχές προσπαθούσαν με ενημερωτικά φυλλάδια να εξαγοράσουν τα όπλα της ΕΟΚΑ, προσφέροντας ακόμη και 500 λίρες για ένα αυτόματο. Παρ’ όλα αυτά, το σχέδιο απέτυχε και αναφέρεται περιστατικό, σύμφωνα με το οποίο τρεις Βρετανοί λιποτάκτες αντάλλαξαν τα αυτόματά τους με μέλη της ΕΟΚΑ, τα οποία τους έδωσαν μια μικρή βενζινάκατο για να διαφύγουν από την Κύπρο…

Όμως, οι αξιωματούχοι των υπηρεσιών πληροφοριών ομολογούσαν εμπιστευτικά ότι το περιβάλλον της Κύπρου, όπως διαμορφώθηκε από το 1955, δεν τους βοηθούσε στις επιχειρήσεις κατά της ΕΟΚΑ. Από την περίοδο Χάρντινγκ αναγκάστηκαν να συμμαχήσουν με την τουρκοκυπριακή κοινότητα, προσλαμβάνοντας Τουρκοκύπριους αστυνομικούς, χάνοντας το έρεισμά τους στο σύνολο του ελληνοκυπριακού πληθυσμού.

Ακόμη και στα τέλη του 1958, ο κυβερνήτης Φουτ έκανε λόγο για προβλήματα στη συλλογή και στο συντονισμό των πληροφοριών, καθώς και στις επιχειρήσεις ψυχολογικού πολέμου, σημειώνοντας ότι «οι αξιωματικοί ασφαλείας με πείρα από τις εξεγέρσεις στην Κένυα και στην Μαλαισία, δεν μπορούν να μας δώσουν πρακτική βοήθεια στις ιδιαίτερες συνθήκες που αντιμετωπίζουμε» (τηλεγράφημα Νο 1966, 9ης Νοεμβρίου 1958 προς Λονδίνο). Επίσης, περιστατικά βασανισμών, απειθαρχίας και αντιποίνων στιγμάτιζαν τις στρατιωτικές δυνάμεις στην Κύπρο.

Εκτός από ελάχιστους περιστασιακούς πληροφοριοδότες χαμηλής προοπτικής, οι βρετανικές Αρχές δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν με κανέναν τρόπο τη συνεργασία των Ελληνοκυπρίων.

Ειδικές επιχειρήσεις κατά ΕΟΚΑ

Τον Δεκέμβριο του 1955, οι βρετανικές Αρχές εκτέλεσαν την Επιχείρηση «Foxhunter». Κύριος στόχος ήταν η έρευνα των ελληνορθόδοξων μοναστηριών, όπου η ΕΟΚΑ εναπόθετε τον οπλισμό της. Στις επιχειρήσεις έλαβαν μέρος, εκτός από συντάγματα τακτικού στρατού, μονάδες Κομμάντο των Πεζοναυτών και αλεξιπτωτιστών. Τον Φεβρουάριο του 1956, κατά τη διάρκεια της Επιχείρησης «Pepperpot», μονάδες αλεξιπτωτιστών ενεπλάκησαν με ομάδα της ΕΟΚΑ κοντά στη Μονή Κύκκου στο «Τρόοδος». Σε αρκετές περιπτώσεις, πηγές της ΕΟΚΑ στην αστυνομία ειδοποίησαν κάποια μοναστήρια να προλάβουν την έρευνα των βρετανικών αποσπασμάτων, αλλά σε μια περίπτωση ο ίδιος ο Γρίβας γλίτωσε τη σύλληψη, παραμένοντας απλώς πίσω από ένα δέντρο, σε απόσταση αναπνοής από τους διώκτες του.

Ο επικεφαλής της ΕΟΚΑ κινδύνευσε πολλές φορές στις αρχές τους 1956, με αποκορύφωμα τον Ιούνιο, όταν οι διώκτες του οργάνωσαν την Επιχείρηση «Lucky Alphonse». Ο Γρίβας κατάλαβε ότι οι Βρετανοί πλησίαζαν από το γαύγισμα ενός σκύλου της μονάδας δίωξης και αναγκάστηκε να αφήσει ακόμη και το όπλο του, καθώς και ένα μεγάλο μέρος του ημερολογίου του (περίπου 250.000 λέξεις), το οποίο και βρέθηκε κοντά στο χωριό Λύση. Κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης επιχείρησης συνελήφθησαν 7 στελέχη της ΕΟΚΑ. Μια φωτιά που ξεκίνησε από τις στρατιωτικές δυνάμεις στο «Τρόοδος» άλλαξε κατεύθυνση, σκοτώνοντας 19 Βρετανούς στρατιώτες και επιτρέποντας στον Γρίβα να ξεφύγει μέσα στον πανικό.

Το καλοκαίρι του 1956, οι βρετανικές υπηρεσίες εκτιμούσαν ότι η ΕΟΚΑ είχε συνολικό δυναμικό περίπου 90 άνδρες. Οι 60 δρούσαν σε 7 μονάδες στο «Τρόοδος» και οι υπόλοιποι 30 στην περιοχή της Κερύνειας. Ο Χάρντινγκ άρχισε να διαισθάνεται ότι η πλάστιγγα είχε γύρει υπέρ των Βρετανών, αλλά υπήρχαν σοβαρά προβλήματα στην ασφάλεια ακόμη και του ιδίου. Τον Απρίλιο του 1956 ανακάλυψε κάτω από το κρεβάτι του, στο κυβερνητικό μέγαρο έναν εκρηκτικό μηχανισμό, πάνω από τον οποίο είχε κοιμηθεί όλο το βράδυ!

Τον Οκτώβριο του ιδίου έτους ξεκίνησαν οι Επιχειρήσεις «Sparrowhawk» Ι και ΙΙ στην περιοχή της Κερύνειας, για τον εντοπισμό και τη σύλληψη ομάδων της ΕΟΚΑ.41 Όμως, η έλευση της κρίσης του Σουέζ (Ιούλιος-Νοέμβριος 1956) ανέτρεψε τις αισιόδοξες εκτιμήσεις για εξουδετέρωση της ΕΟΚΑ.
Με τη μεταφορά στην Κύπρο σημαντικών γαλλικών και βρετανικών ναυτικών αεροπορικών και χερσαίων δυνάμεων για τη σχεδιαζόμενη επέμβαση στη Διώρυγα του Σουέζ, η ΕΟΚΑ πολλαπλασίασε τη λίστα στόχων της και προχώρησε σε νέες βομβιστικές ενέργειες.
Συνολικά, από την 1η Απριλίου μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 1956, στην Κύπρο έλαβαν χώρα 1.155 βομβιστικές επιθέσεις ενώ 488 βόμβες δεν εξερράγησαν. Οι βρετανικές απώλειες ήταν 71 νεκροί στρατιωτικοί, 9 αστυνομικοί και 11 πολίτες.

Οι γαλλικές δυνάμεις έλαβαν σαφή προειδοποίηση από την ΕΟΚΑ να μην συνδράμουν τις επιχειρήσεις των Βρετανών στη νήσο. Το Παρίσι ακολούθησε παθητική στάση και υπάρχουν αναφορές που θέλουν γαλλικά όπλα να περνούν κάτω από άγνωστες συνθήκες στην ΕΟΚΑ.42
Μετά την κρίση του Σουέζ και την κλιμάκωση της βίας στη Μεγαλόνησο, ο Χάρντινγκ προχώρησε στην κήρυξη κατάστασης εκτάκτου ανάγκης («the Cyprus emergency»).

Οι βρετανικές υπηρεσίες ασφαλείας και πληροφοριών κατανόησαν ότι θα αντιμετώπιζαν επιτυχέστερα την ΕΟΚΑ εάν αναβάθμιζαν τις επιχειρήσεις συλλογής πληροφοριών. Από τα τέλη του 1956, συγκροτήθηκαν ομάδες «ψευδοαγωνιστών». Οι μυστικές ομάδες δίωξης ήταν επανδρωμένες από Βρετανούς και Ελληνοκυπρίους που περιεφέροντο στην ύπαιθρο και προσπαθούσαν να παγιδεύσουν κατοίκους χωριών και μοναστηριών, προσποιούμενοι ότι ήταν αγωνιστές της ΕΟΚΑ και ήθελαν να έρθουν σε επαφή με άλλα μέλη της οργάνωσης.

Ο Γρίβας υποστήριξε τότε ότι οι ομάδες αυτές στελεχώνονταν από συμμορίες Τουρκοκυπρίων από το ανατολικό Λονδίνο. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να αποκλεισθεί καθόλου, αλλά οι περισσότεροι μελετητές κάνουν λόγο κυρίως για Ελληνοκύπριους που προτίμησαν να ταχθούν με τις βρετανικές δυνάμεις και όχι με την ΕΟΚΑ.

Οι «ψευδοαγωνιστές» κωδικοποιήθηκαν ως «Περίπολοι Q» (Q-Patrols, κατά την ονομασία βρετανικών εμπορικών σκαφών που επιχειρούσαν εναντίον γερμανικών υποβρυχίων κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο). Παρόμοιες μέθοδοι είχαν εφαρμοστεί με επιτυχία στην Παλαιστίνη και στη Μαλαισία. Οι «περιπολίες» αυτές συνέλεξαν σημαντικές πληροφορίες και οδήγησαν στη σύλληψη 35 μαχητών της ΕΟΚΑ και στην ανακάλυψη αποθηκών όπλων της οργάνωσης.

Επιπρόσθετα, στα κρατητήρια και στις μονάδες ανάκρισης οι συνομιλίες των συλληφθέντων μαγνητοφωνούνταν, ενώ διοχετεύονταν και «ψευδοκρατούμενοι» για συλλογή πληροφοριών.

Δύο άλλες τακτικές των Βρετανών που εφαρμόστηκαν από το 1958 ήταν οι ολιγομελείς περιπολίες και η παγίδευση. Περίπολοι 3-4 στρατιωτών της SAS με πολιτική περιβολή έκαναν έφοδο σε ύποπτα διαμερίσματα και ξενοδοχεία τη νύχτα, για εντοπισμό μελών της ΕΟΚΑ.44 Στην ύπαιθρο, τμήματα των περιπόλων υπεκρίνοντο τους νεκρούς έχοντας κόκκινη μπογιά στα πρόσωπα και τα ρούχα τους, ενώ οι συνάδελφοί τους παραμόνευαν τους αντάρτες της ΕΟΚΑ που θα πλησίαζαν για να πάρουν τα όπλα των «νεκρών». Σε άλλες περιπτώσεις, σε αποστολές υψηλού κινδύνου, έστελναν περιπόλους-δολώματα με στόχο την αποκάλυψη των θέσεων των ανταρτών που θα τους χτυπούσαν.45 Άλλες επιχειρήσεις ήθελαν μικρές ομάδες να μένουν πίσω μετά από μια κατ’ επίφαση αποχώρηση των μηχανοκίνητων μονάδων. Αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας, τα ίδια οχήματα που τις είχαν αφήσει, τις μάζευαν σε προκαθορισμένο μέρος. Ακόμη, χωριά και δημόσιες βρύσες στις παρυφές των βουνών απεκλείοντο το βράδυ από ολιγομελείς ομάδες που ήλεγχαν τα μονοπάτια και τους δρόμους που οδηγούσαν στους οικισμούς. Σκοπός των επιχειρήσεων ήταν ο εντοπισμός στελεχών της ΕΟΚΑ που θα κατέβαιναν από τα ορεινά κρησφύγετά τους για ανεφοδιασμό. Πολλές μαζικές επιχειρήσεις δίωξης διεξήγοντο και με τη βοήθεια ραδιοφωνικών ανακοινώσεων που ενημέρωναν τον πληθυσμό για το ποιες περιοχές επρόκειτο να αποκλειστούν. Στην πραγματικότητα οι Βρετανοί, προκειμένου να αιφνιδιάσουν την ΕΟΚΑ και τους υποστηρικτές της, απέκλειαν πολύ μεγαλύτερες εκτάσεις.

Στη Λεμεσό, τον Δεκέμβριο του 1956, 44 μέλη της ΕΟΚΑ συνελήφθησαν. Οι Βρετανοί εξαπολύουν την Επιχείρηση «Black Mac» που είχε στόχους τον Μάρκο Δράκο, τον Γρηγόρη Αυξεντίου και τον Πολύκαρπο Γεωργκάτζη. Στις 19 Ιανουαρίου 1957, ο τρίτος στην ιεραρχία της ΕΟΚΑ, ο Μάρκος Δράκος, σκοτώθηκε από τα πυρά Βρετανών στρατιωτών. Στο Όμοδος συνελήφθη, κατόπιν πληροφορίας, από αλεξιπτωτιστές ο Γεωργκάτζης στο κρησφύγετό του, στο σπίτι Ελληνοκυπρίου αστυνομικού.47 Στις 3 Μαρτίου, ύστερα από πληροφορία (η πηγή αμείφθηκε με 5.000 λίρες), βρετανικό απόσπασμα, ενεπλάκη σε οκτάωρη μάχη με τον Γρηγόρη Αυξεντίου, υπαρχηγό της ΕΟΚΑ, ο οποίος στο τέλος έπεσε ηρωικά. Τέσσερις ημέρες μετά τον θάνατο του Αυξεντίου, οι βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών επιχείρησαν να πανικοβάλλουν τον Γρίβα. Μέσω του δικτύου αγγελιοφόρων ο αρχηγός της ΕΟΚΑ έλαβε επείγον μήνυμα ότι οι Αρχές γνώριζαν πού κρύβεται και ήταν έτοιμες να τον συλλάβουν. Οι Βρετανοί, υπολογίζοντας ότι ο Γρίβας διέμενε κάπου στη Λεμεσό, επεδίωκαν να τον πανικοβάλλουν, ωθώντας τον να αλλάξει κρησφύγετο. Αποσκοπώντας στη μετακίνησή του εκτιμούσαν ότι θα ήταν δυνατή η σύλληψή του. Όμως ο Γρίβας αντέδρασε ψύχραιμα, υπολογίζοντας ότι τα άτομα που γνώριζαν πραγματικά που βρισκόταν δεν θα τον πρόδιδαν.
Οι αγγελιοφόροι απλά μεταφέρανε μηνύματα σε άλλους αγγελιοφόρους χωρίς να γνωρίζουν την ακριβή τοποθεσία του κρησφύγετου του αρχηγού. Ο Γρίβας αποφάσισε να μείνει εκεί που ήταν και την επόμενη ημέρα ανακάλυψε μέσω των ανθρώπων του ότι κάποιος Τουρκοκύπριος αστυνομικός που δρούσε ως αγγελιοφόρος της ΕΟΚΑ είχε διοχετεύσει στο «σύστημα» τη λανθασμένη πληροφορία.

Όμως, με την Επιχείρηση «Black Mac», η κυπριακή οργάνωση αιμορραγούσε σοβαρά από έμπειρα στελέχη και ο Γρίβας αναγκάστηκε να προτείνει κατάπαυση του πυρός με όρο την επιστροφή του Μακαρίου. Η εκεχειρία κράτησε μέχρι τον Οκτώβριο του 1957, ενώ οι συζητήσεις για επίλυση του Κυπριακού είχαν περιέλθει σε τέλμα.

Τον Μάιο του 1958, στην περιοχή Μαθικολόνη, εξαπολύθηκε η Επιχείρηση «Kingfisher» στην οποία συμμετείχαν 2.000 στρατιώτες. Οι Βρετανοί έφτασαν δύο φορές στο κατώφλι της οικογένειας Χριστοδουλίδη, όπου διέμενε ο Γρίβας αλλά δεν είχαν συγκεκριμένες πληροφορίες. Η ψύχραιμη αντίδραση της Έλλης Χριστοδουλίδη και η απουσία πληροφοριών προστάτευσαν τον αρχηγό.

Τον Οκτώβριο του 1957, ο πρωθυπουργός ΜακΜίλαν προέβη σε επαπροσανατολισμό της βρετανικής πολιτικής για την Κύπρο, συζητώντας περί της ανεξαρτησίας της νήσου με την ισότιμη συμμετοχή της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Ο Χάρντινγκ αντικαταστάθηκε από τον σερ Χιου Φουτ, ο οποίος υποστήριζε τις νέες διαπραγματεύσεις. Στο Λονδίνο υπήρχαν πια δύο στρατόπεδα. Από τη μια οι υπηρεσίες πληροφοριών πίεζαν για συνέχιση των επιχειρήσεων με τον επιχείρημα ότι η ΕΟΚΑ είχε λυγίσει και η τελική νίκη δεν θα αργούσε, ενώ από την άλλη το Φόρεϊν Όφφις διαμήνυε ότι η συνέχιση των εχθροπραξιών υπέσκαπτε την ειρηνευτική διαδικασία.

Η κατάσταση όμως δεν βελτιωνόταν γιατί άρχισαν συγκρούσεις μεταξύ ΕΟΚΑ και της τουρκοκυπριακής παραστρατιωτικής οργάνωσης Τουρκική Οργάνωση Άμυνας (Turk Mukanamet Teskilati/ΤΜΤ), ενώ και η ΕΟΚΑ εκτός από τους Βρετανούς είχε στο στόχαστρό της και τις αριστερές οργανώσεις της νήσου. Η τουρκοκυπριακή πλευρά στόχευε στη διχοτόμηση και στην εθνοκάθαρση θυλάκων που θα κρατούσε ως διαπραγματευτικά χαρτιά για τη σχεδιαζόμενη διχοτόμηση. Οι βρετανικές Αρχές είχαν στραφεί κατά της ΕΟΚΑ και του ελληνικού πληθυσμού της νήσου και δεν επιθυμούσαν τον στιγματισμό της ΤΜΤ, παρά τις αντίθετες προτάσεις του κυβερνήτη Φουτ.

Τον Μάρτιο του 1958, οι βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών κατέληξαν στην εκτίμηση ότι η ΤΜΤ αποτελούσε σοβαρότερη απειλή για τη δημόσια ασφάλεια στην Κύπρο, σε σχέση με την ΕΟΚΑ. Σε αυτό το συμπέρασμα οδήγησε και η κατάπαυση πυρός που είχε κηρύξει ο Γρίβας την περίοδο αυτή. Οι Βρετανοί υπέθεταν ότι, εάν οι Τουρκοκύπριοι αστυνομικοί ενετάσσοντο μαζικά στις τάξεις της ΤΜΤ, θα έμεναν μόνοι μπροστά στην αναρχία που θα επικρατούσε στην Κύπρο.

Παρ’ όλα αυτά, οι υπηρεσίες πληροφοριών συνέχιζαν να κτυπούν Ελληνοκυπρίους και να διατηρούν την υποστήριξη των Τουρκοκυπρίων με προσλήψεις στην κρατική μηχανή. Ήδη τον Ιούλιο του 1958, δημιουργήθηκε ανεπίσημη γραμμή επικοινωνίας μεταξύ των βρετανικών Αρχών και των ηγετών της τουρκοκυπριακής κοινότητας και, προφανώς, των ηγετών της ΤΜΤ. Για το Λονδίνο, η Τουρκία και τα συμφέροντά της είχαν βαρύνουσα σημασία. Το πραξικόπημα στο Ιράκ και η διαμάχη Τουρκίας-Συρίας, καθώς και η αντιδυτική Αίγυπτος του Νάσσερ απειλούσαν την ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή και δημιουργούσαν προϋποθέσεις σοβιετικής εμπλοκής. Η Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία (πολιτική ένωση Συρίας και Αιγύπτου) αποτελούσε πονοκέφαλο για τη Δύση. Οι ΗΠΑ ήδη είχαν αποστείλει εκστρατευτική δύναμη στον Λίβανο για να περιφρουρήσουν την σταθερότητα. Οι Βρετανοί είχαν επέμβει στην Ιορδανία για να στηρίξουν το καθεστώς. Οι βάσεις στην Επισκοπή είχαν αναλάβει τον κύριο όγκο της επιμελητείας των αγγλοαμερικανικών δυνάμεων. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, οι Βρετανοί δεν ήθελαν να δυσαρεστήσουν τους Τούρκους.

Στις αρχές Ιουλίου, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Φατίν Ζορλού μίλησε περί «μικρής τουρκικής δύναμης» στην Κύπρο για την αποκατάσταση της τάξης. Ο Βρετανός πρέσβης Μπόουκερ επεδίωκε τη διατήρηση της ανεπίσημης συμμαχίας με την Τουρκία (που είχε αρχίσει ήδη από τα τέλη του ’40 και τις αρχές του ’50, όταν το Λονδίνο έκανε λόγο για δύο κοινότητες στην Κύπρο). Ο κυβερνήτης Φουτ και οι Αρχές ασφαλείας εξουσιοδότησαν την Επιχείρηση «Matchbox», ενώ η Τουρκοκύπριοι ηγέτες Κιουτσούκ και Ραούφ Ντενκτάς ενημερώθηκαν πριν την εφαρμογή της για τη σύλληψη περί των 50 Τουρκοκυπρίων που ήταν υπεύθυνοι για τα αιματηρά επεισόδια με τους Ελληνοκυπρίους. Στόχος βέβαια της επιχείρησης ήταν η ελληνοκυπριακή πλευρά.

Η επιχείρηση ξεκίνησε στη 01.00 της 22ας Ιουλίου και κράτησε 48 ώρες. Συνελήφθησαν 1.992 Ελληνοκύπριοι και μόνο 58 Τουρκοκύπριοι οδηγήθηκαν στη φυλακή, οι οποίοι μετά από λίγο καιρό αφέθηκαν ελεύθεροι. Η ΤΜΤ κηρύχθηκε παράνομη, αλλά κανένα ανώτερο στέλεχός της δεν συνελήφθη. Οι Βρετανοί αξιωματούχοι εφάρμοζαν μια μέθοδο που ήθελε απλά τύχη για να λειτουργήσει. Δεν είχαν αξιόπιστες πληροφορίες για την εμπλοκή των συλληφθέντων στην ΕΟΚΑ, αλλά δοκίμαζαν την τύχη τους λαμβάνοντας υπόψη ότι σε ένα τόσο μεγάλο σύνολο Ελληνοκύπριων κάποιοι θα ανήκαν στην οργάνωση.50

Ακύρωση Επιχείρησης «Λιακάδα»

Ενώ το σχέδιο Μακμίλαν που προωθούσε κατ’ ουσίαν τη διχοτόμηση τέθηκε σταδιακά στο περιθώριο (τέλη 1958), στέλεχος του Φόρεϊν Όφφις προέβλεψε ότι εάν τη θέση της κυβέρνησης Καραμανλή έπαιρνε αντικομμουνιστικό στρατιωτικό καθεστώς, η Αθήνα θα ερχόταν σε καλύτερη συνεννόηση με το Λονδίνο και πιθανόν θα έβλεπε θετικά τη διχοτόμηση της Κύπρου.51
Ο Βρετανός διπλωμάτης προέβλεψε τις συνέπειες του πραξικοπήματος του 1967 και της τουρκικής εισβολής του 1974.

Με την έναρξη του νέου γύρου συνομιλιών ανάμεσα σε Βρετανία, Ελλάδα και Τουρκία, οι βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών επαναπροσδιόρισαν τους στόχους τους στη συλλογή πληροφοριών, βοηθώντας το Λονδίνο στις διαπραγματεύσεις και όχι στην καταπολέμηση της ΕΟΚΑ. Παρ’ όλα αυτά, ανώτερα στελέχη του υπουργείου Άμυνας και των υπηρεσιών πληροφοριών συνέχιζαν να πιέζουν για συνέχιση της καταδίωξης της ΕΟΚΑ και για την εξουδετέρωση του Γρίβα. Η Επιχείρηση «Λιακάδα» δεν είχε ακυρωθεί και τον Φεβρουάριο του 1959 οι Βρετανοί εντόπισαν τον Γρίβα, ο οποίος είχε μεταβεί στη Λεμεσό. Το Λονδίνο ενημερώθηκε. Η επιχείρηση εισερχόταν στο τελικό στάδιο.

Ο Γρίβας θα περικυκλωνόταν από βρετανικές δυνάμεις και θα είχε την τύχη του Αυξεντίου, γιατί οι Βρετανοί υπολόγιζαν ότι δεν θα παραδιδόταν. Το Φόρεϊν όφφις πίεζε όμως για την ακύρωση της επιχείρησης, γιατί ήδη ευρίσκοντο σε εξέλιξη συζητήσεις στο Λονδίνο. Ο θάνατος του Γρίβα θα οδηγούσε σε ναυάγιο των συνομιλιών.

Ο ίδιος ο διοικητής του Ειδικού Κλάδου Τζων Πρέντεργκαστ μετέβη στο Λονδίνο για απευθείας συνάντηση με τον πρωθυπουργό Μακμίλαν. Αυτός είχε συνάντηση στις 16 Φεβρουαρίου με τον Αβέρωφ. Ο πρωθυπουργός, υπαινισσόμενος ότι οι βρετανικές υπηρεσίες γνώριζαν επακριβώς το κρησφύγετο του Γρίβα, προσπάθησε να βολιδοσκοπήσει την αντίδραση της ελληνικής πλευράς στο ενδεχόμενο θανάτου του Γρίβα σε συμπλοκή. Ο Φουτ, που ήταν παρών, έκανε λόγο «για ένα αγρόκτημα έξω από τη Λεμεσό, σε μια κρυψώνα κάτω από μια καταπακτή». Ο Αβέρωφ προειδοποίησε τους Βρετανούς αξιωματούχους ότι μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε σε κατάρρευση των συνομιλιών και σε νέο «λουτρό αίματος» στη Μεγαλόνησο.

Αναφέρεται ότι αργότερα την ίδια ημέρα, ο Μακμίλαν μίλησε με τον Πρέντεργκαστ δίνοντάς του οδηγίες για ακύρωση της επιχείρησης κατά του Γρίβα.

Ο Αβέρωφ ειδοποίησε το ίδιο βράδυ το ελληνικό προξενείο στην Κύπρο να πληροφορήσει τον Γρίβα ότι βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο. Αυτός όμως απέκλειε να γνώριζαν οι Βρετανοί πού βρισκόταν και θεωρούσε ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα έκαναν άμεσα επίθεση, χωρίς να πάρουν οδηγίες από το Λονδίνο. Ο συνταγματάρχης υποστηρίζει ότι το εσπευσμένο μήνυμα ήταν μια προσπάθεια του Αβέρωφ και του Λονδίνου να τον πείσουν να δεχθεί τη συμφωνία, ειδάλλως θα έβρισκε τον θάνατο. Ο Αβέρωφ στο βιβλίο του «Χαμένες Ευκαιρίες» δεν επιβεβαιώνει τη συγκεκριμένη ερμηνεία.Ο Γρίβας καταθέτει ότι δεν έγινε καμία έφοδος από τις Αρχές, γιατί απλά δεν ήξεραν πού πραγματικά βρισκόταν. Μαρτυρεί όμως ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον περιστατικό.

Στις 28 Φεβρουαρίου 1959, δύο Βρετανοί αστυνομικοί, οι Ουίλσον και Ντάουσον, επισκέφτηκαν τον επιχειρηματία Λεωνίδα Μαρκίδη στη Λευκωσία, ο οποίος ήταν μέλος της ΕΟΚΑ. Οι Βρετανοί τον ρώτησαν φιλικά μήπως γνώριζε σχετικά με τον Σωκράτη Ηλιάδη, γνωστό επιχειρηματία της Λευκωσίας, μέλος της ΕΟΚΑ. Ο Μαρκίδης δεν έδωσε πληροφορίες και οι αστυνομικοί δεν επέμειναν. Σε μια στιγμή, ο ένας αστυνομικός έβγαλε από τον χαρτοφύλακά του έναν φάκελο για τον Ηλιάδη. Από απροσεξία, ο φάκελος έπεσε στο πάτωμα και κάποια χαρτιά σκορπίστηκαν. Με γρήγορες κινήσεις, ο αστυνομικός μάζεψε τα χαρτιά και μαζί με τον συνάδελφό του αποχώρησαν. Όταν έφυγαν, ο Μαρκίδης ανακάλυψε κάτω από το γραφείο του έναν φάκελο με έγγραφα, με τον χαρακτηρισμό «Απόρρητο» και «Άκρως Απόρρητο».

Ο Μαρκίδης προώθησε άμεσα τα έγγραφα στον Γρίβα. Το βράδυ της ίδιας ημέρας, ο Ουίλσον τηλεφώνησε στον Μαρκίδη ρωτώντας τον μήπως άφησε κάποια χαρτιά στο κατάστημά του. Ο Μαρκίδης προσφέρθηκε να πάει να ψάξει. Το πρωί ο Βρετανός ξανατηλεφώνησε στον Μαρκίδη, ο οποίος του απάντησε ότι δεν είχε βρει τίποτα. Η αστυνομία δεν ξαναπλησίασε τον Κύπριο επιχειρηματία.

Στα έγγραφα αναφερόταν ότι κάποια ομάδα της ΕΟΚΑ ίσως να αντιστεκόταν στα συμφωνηθέντα στο Λονδίνο και υπήρχε φωτογραφία του Ηλιάδη. Το ένα έγγραφο-αναφορά υπέγραφε ο Τουρκοκύπριος λοχίας Σελίμ Μουσταφά, ο οποίος έδινε πληροφορίες μέσω του Λαγοδόντη στον Γρίβα. Ο Γρίβας γράφει ότι ο Σελίμ δεν είχε αποστείλει καμία αναφορά στην υπηρεσία του και ότι αυτή που είχε στα χέρια του ήταν πλαστή. Επίσης, ο Γρίβας δεν είχε πει σε κανέναν τις αντιρρήσεις του για τη συμφωνία του Λονδίνου, εκτός από τον αρχιεπίσκοπο Κυττίου και τον Έλληνα πρόξενο.

Ο αρχηγός της ΕΟΚΑ αναρωτιόταν γιατί οι Άγγλοι ανέφεραν στα έγγραφα για «τα μέλη της ΕΟΚΑ που δεν ήθελαν τη συμφωνία» και εξέφρασε ερωτηματικά για την πηγή της πληροφορίας. Στα έγγραφα γινόταν αναφορά και στη μεταφορά όπλων από τον Ηλιάδη την πρώτη εβδομάδα του Ιανουαρίου.53
Από αυτή την πολύπλοκη υπόθεση βγαίνει το συμπέρασμα ότι επρόκειτο για ηθελημένη διαρροή από πλευράς Βρετανών, οι οποίοι υπαινίσσοντο ότι γνώριζαν την αντίδραση του Γρίβα για τη συμφωνία του Λονδίνου και τον προειδοποιούσαν (εκθέτοντας πληροφορίες σχετικά με το φορτίο όπλων, τον Αντώνη Γεωργιάδη –υπασπιστή του Γρίβα– και τον Ηλιάδη) έμμεσα ότι διατηρούσαν ακόμη επιθετικές πρωτοβουλίες, αν και ο κυβερνήτης Φουτ είχε κηρύξει αμνηστία για τα μέλη της ΕΟΚΑ.

Παρ’ όλα αυτά, η ύπαρξη του Σελίμ, ατόμου του δικτύου Λαγοδόντη, δημιουργεί ερωτηματικά. Ίσως πράγματι ο Σελίμ να κατέθεσε τη σχετική αναφορά για τις κινήσεις του καταζητούμενου Γεωργιάδη. Ο Γρίβας υποστηρίζει ότι εάν υπέπεπτε κάτι στην αντίληψη του Σελίμ, θα το έδινε αμέσως στον Λαγοδόντη, ο οποίος και θα τον ενημέρωνε.54 Ο Λαγοδόντης όμως ήταν διπλός κατάσκοπος, με άγνωστα κίνητρα και προσωπικές φιλοδοξίες.

Υπήρχε έντονη δυσαρέσκεια στους κύκλους των υπηρεσιών πληροφοριών για την αναβολή της Επιχείρησης «Λιακάδα». Αναφέρεται δε ότι όταν ο Γρίβας αποχωρούσε θριαμβευτής από την Κύπρο (17 Μαρτίου 1959), μέλη των βρετανικών υπηρεσιών περίμεναν στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας για να δούνε από κοντά τον θρυλικό πια πρώην στόχο τους.

Επίλογος

Mε τα υπάρχοντα στοιχεία μπορούμε να εξαγάγουμε το συμπέρασμα ότι στις επιχειρήσεις κατά της ΕΟΚΑ έλαβαν μέρος κυρίως πληροφοριοδότες (informers) και όχι πράκτορες (agents). Σημαντικό είναι το γεγονός ότι, παρά την ανηλεή καταδίωξη από τους Βρετανούς και την επικήρυξη του Γρίβα που έφτασε τις 10.000 λίρες, ο αρχηγός της ΕΟΚΑ δεν δέχθηκε καμία δολοφονική απόπειρα από τους συνεργάτες των Βρετανών (π.χ. από τον Παπαδόπουλο ή τον Λαγοδόντη). Πιθανόν, ένα ιδιόμορφο παιχνίδι ανταλλαγής σημαντικών και ασήμαντων πληροφοριών έλαβε χώρα με αποδέκτες τον Γρίβα και τους Βρετανούς. Κάποιοι πληροφοριοδότες μάλλον προσπαθούσαν να έχουν και τους δύο αντιπάλους ικανοποιημένους, ενώ κάποιοι άλλοι δεν ήταν σε θέση να επηρεάσουν ανεπανόρθωτα την ΕΟΚΑ.

Σε τακτικό επίπεδο συλλογής πληροφοριών, επικράτησε η ΕΟΚΑ. Ο Γρίβας πάντοτε κατάφερνε να διαφεύγει των διωκτών του και κέρδισε τον θαυμασμό της διεθνούς κοινής γνώμης γι’ αυτό. Επίσης, παρά τα έκτακτα μέτρα ασφαλείας, η ΕΟΚΑ χτύπησε στόχους υψηλής στρατιωτικής και πολιτικής σημασίας (όπως αεροδρόμια, κυβερνητικά κτίρια, αστυνομικά τμήματα) και ειδικά ο κυβερνήτης Χάρντινγκ επιβίωσε από τις απόπειρες δολοφονίας εναντίον του περισσότερο από τύχη. Με τα υπάρχοντα στοιχεία για την περίοδο, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι Βρετανοί, εκτός από τη φυσική περιφρούρηση εγκαταστάσεων, δεν διέθεταν έναν μηχανισμό έγκαιρης προειδοποίησης για επιθέσεις σε στόχους υψηλής σημασίας.

Επιπρόσθετα, οι Αρχές δεν κατάφεραν να διεισδύσουν επαρκώς και να πλήξουν ουσιαστικά το δίκτυο αγγελιοφόρων της ΕΟΚΑ με σκοπό τη διοχέτευση ψευδών πληροφοριών, που θα είχαν συνέπεια την εξουδετέρωση της οργάνωσης.

Εν τούτοις, σε στρατηγικό επίπεδο, συμπεραίνουμε ότι επωφελήθηκε περισσότερο το Λονδίνο. Η συμβολή της ΜΙ5 στις υποκλοπές τηλεπικοινωνιών στο Λονδίνο, οι δραστηριότητες των σταθμών της ΜΙ6 στην Αθήνα και την Κύπρο και η ανάλυση του ημερολογίου του Γρίβα (η συγγραφή του οποίου παραβίασε στοιχειώδεις κανόνες ασφάλειας) έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εκτίμηση και ανάλυση της ελληνοκυπριακής διπλωματικής στρατηγικής για το Κυπριακό και στη σκιαγράφηση των σχέσεων Αθήνας – Γρίβα – Μακάριου, κάτι που θα βοήθησε τους Βρετανούς διπλωμάτες στις μετέπειτα εκτιμήσεις τους αναφορικά με την πορεία της Κυπριακής Δημοκρατίας.