Στις 26 Ιουλίου 1909, ένα μεγάλο βρετανικό επιβατηγό πλοίο απέπλευσε από το Ντέρμπαν της Νότιας Αφρικής με προορισμό το Κέιπ Τάουν.
Το όνομά του ήταν SS Waratah και στο πλοίο βρίσκονταν συνολικά 211 άνθρωποι.
Δεν έφτασε ποτέ.
Το Waratah εξαφανίστηκε στα νερά της Νότιας Αφρικής χωρίς να αφήσει πίσω του επιβεβαιωμένα συντρίμμια, σωσίβιες λέμβους ή επιζώντες, δημιουργώντας ένα ναυτικό μυστήριο που παραμένει άλυτο περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα.
Το υπερωκεάνιο που θεωρούνταν σύγχρονο
Το Waratah είχε καθελκυστεί μόλις το 1908 και πραγματοποιούσε δρομολόγια ανάμεσα στη Βρετανία και την Αυστραλία.
Ήταν ένα μεγάλο πλοίο για την εποχή του, μήκους περίπου 150 μέτρων, σχεδιασμένο για τη μεταφορά επιβατών και φορτίου.
Η εξαφάνισή του συνέβη μάλιστα τρία χρόνια πριν από τη βύθιση του Τιτανικού, γεγονός που αργότερα οδήγησε αρκετούς να του δώσουν το προσωνύμιο «Τιτανικός της Αυστραλίας».
Ο επιβάτης που κατέβηκε επειδή φοβόταν το πλοίο
Μία από τις πιο ανατριχιαστικές ιστορίες της υπόθεσης αφορά τον μηχανικό και έμπειρο ταξιδιώτη Κλοντ Σόγιερ.
Ο Σόγιερ ταξίδευε με το Waratah αλλά φέρεται να ανησύχησε έντονα για τη συμπεριφορά του πλοίου στη θάλασσα.
Πίστευε ότι παρουσίαζε προβλήματα ευστάθειας και αποφάσισε να εγκαταλείψει το ταξίδι στο Ντέρμπαν.
Η απόφασή του αποδείχθηκε σωτήρια.
Λίγο αργότερα το Waratah απέπλευσε χωρίς εκείνον για το τελευταίο ταξίδι του.
Οι τελευταίες θεάσεις
Στις 27 Ιουλίου το Waratah βρισκόταν ανοικτά των ανατολικών ακτών της Νότιας Αφρικής.
Άλλα πλοία ανέφεραν ότι το είχαν συναντήσει ή δει στην περιοχή.
Έπειτα χάθηκε.
Οι καιρικές συνθήκες επιδεινώθηκαν σημαντικά και ισχυρή θαλασσοταραχή έπληξε την περιοχή.
Όταν το Waratah δεν εμφανίστηκε στο Κέιπ Τάουν, άρχισε να γίνεται σαφές ότι κάτι πολύ σοβαρό είχε συμβεί.
Η μυστηριώδης λάμψη στη θάλασσα
Αργότερα εμφανίστηκαν μαρτυρίες που έκαναν το μυστήριο ακόμη μεγαλύτερο.
Πλήρωμα άλλου πλοίου ανέφερε ότι είχε δει μακριά στη θάλασσα ένα πλοίο μέσα στις δύσκολες καιρικές συνθήκες και στη συνέχεια δύο έντονες λάμψεις.
Οι λάμψεις ερμηνεύτηκαν από ορισμένους ως πιθανές εκρήξεις.
Δεν αποδείχθηκε ποτέ, όμως, ότι το πλοίο που είχε παρατηρηθεί ήταν πράγματι το Waratah.
Άρχισε μια τεράστια έρευνα
Πλοία στάλθηκαν στην περιοχή και άρχισαν να αναζητούν οποιοδήποτε ίχνος του υπερωκεάνιου.
Οι έρευνες συνεχίστηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Το παράξενο ήταν ότι δεν βρέθηκε τίποτα που να μπορεί να συνδεθεί με βεβαιότητα με το Waratah.
Κανένα μεγάλο τμήμα του πλοίου.
Καμία σωσίβια λέμβος.
Κανένας επιζών.
Βυθίστηκε μέσα σε λίγα λεπτά;
Η επικρατέστερη θεωρία είναι ότι το πλοίο αντιμετώπισε ακραίες συνθήκες και έχασε την ευστάθειά του.
Οι ανησυχίες που είχαν ήδη εκφραστεί για τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφερόταν στη θάλασσα ενίσχυσαν την υπόθεση ότι ένας συνδυασμός μεγάλων κυμάτων, φορτίου και προβλημάτων ευστάθειας μπορεί να αποδείχθηκε καταστροφικός.
Εάν το πλοίο ανατράπηκε γρήγορα, οι άνθρωποι που βρίσκονταν πάνω του θα είχαν ελάχιστο χρόνο για να κατεβάσουν τις σωσίβιες λέμβους ή να εκπέμψουν σήμα κινδύνου.
Υπήρχε άλλωστε ακόμη ένα κρίσιμο πρόβλημα: το Waratah δεν διέθετε ασύρματο τηλέγραφο.
Τα «ναυάγια» που αποδείχθηκαν λάθος
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, αρκετές φορές κυκλοφόρησε η είδηση ότι το χαμένο πλοίο ίσως είχε εντοπιστεί.
Υποβρύχια ευρήματα εξετάστηκαν και δύτες αναζήτησαν το ναυάγιο σε διάφορα σημεία της νοτιοαφρικανικής ακτής.
Μέχρι σήμερα, όμως, κανένα ναυάγιο δεν έχει ταυτοποιηθεί οριστικά ως το Waratah.
Και κάπως έτσι ένα τεράστιο πλοίο περίπου 150 μέτρων κατάφερε να εξαφανιστεί μαζί με 211 ανθρώπους χωρίς να αφήσει πίσω του μια οριστική απάντηση.
Περισσότερο από έναν αιώνα μετά, κάπου στον βυθό ανοικτά της Νότιας Αφρικής μπορεί να βρίσκεται ακόμη το στοιχείο που θα λύσει ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της ναυτικής ιστορίας.