Τα μουσεία διαθέτουν συνήθως πολύ περισσότερα αντικείμενα από όσα μπορούν να παρουσιάσουν στις αίθουσές τους. Σε ορισμένες μεγάλες συλλογές, μάλιστα, μόνο ένα μικρό ποσοστό του συνολικού υλικού βρίσκεται ανά πάσα στιγμή σε δημόσια θέα.

Ένας βασικός λόγος είναι ο περιορισμένος χώρος. Οι εκθέσεις πρέπει να οργανώνονται έτσι ώστε ο επισκέπτης να μπορεί να κατανοεί μια ιστορική περίοδο ή ένα θέμα χωρίς να κατακλύζεται από χιλιάδες αντικείμενα.

Πολλά αντικείμενα βρίσκονται επίσης στις αποθήκες για λόγους προστασίας. Ευαίσθητα έργα, αρχαιολογικά ευρήματα και υλικά που επηρεάζονται από το φως, την υγρασία ή τις μεταβολές της θερμοκρασίας χρειάζονται ειδικές συνθήκες συντήρησης. Η συνεχής έκθεσή τους μπορεί να προκαλέσει φθορά.

Οι αποθήκες, ωστόσο, δεν είναι απλώς χώροι φύλαξης. Εκεί πραγματοποιούνται εργασίες καταγραφής, συντήρησης και επιστημονικής μελέτης. Ένα αντικείμενο που σήμερα δεν παρουσιάζεται μπορεί να αποτελέσει αύριο μέρος μιας νέας έκθεσης ή να δώσει σημαντικές πληροφορίες σε έναν ερευνητή.

Υπάρχει ακόμη ένας σημαντικός παράγοντας: οι συλλογές πρέπει να παραμένουν διαθέσιμες για μελλοντικές γενιές. Οι ανάγκες και τα ερευνητικά ερωτήματα αλλάζουν, επομένως ένα αντικείμενο που φαίνεται λιγότερο σημαντικό σήμερα μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη αξία στο μέλλον.

Έτσι, οι μουσειακές αποθήκες δεν αποτελούν «νεκρούς» χώρους. Είναι ουσιαστικά ένα δεύτερο, αθέατο μουσείο, όπου φυλάσσεται ένα μεγάλο μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς και συνεχίζεται καθημερινά η επιστημονική έρευνα.