
Η δημογραφική συρρίκνωση της Ελλάδας αποτυπώνεται με ιδιαίτερα έντονο τρόπο στα στοιχεία των ληξιαρχείων για το 2026.
Από τις 882 ληξιαρχικές υπηρεσίες και τις δημοτικές ενότητες που καλύπτουν τη χώρα, μόλις 165 έχουν καταγράψει έστω μία γέννηση από τον Ιανουάριο μέχρι σήμερα, ενώ 717 δεν έχουν δηλώσει κανένα νεογέννητο.
Τα δεδομένα αναδεικνύουν μια έντονη ανισορροπία μεταξύ μεγάλων αστικών κέντρων και περιφέρειας.
Σε 131 δήμους και δημοτικές ενότητες της ηπειρωτικής Ελλάδας – εξαιρουμένων της Αττικής και των νησιών- δεν έχει σημειωθεί ούτε μία γέννηση!
Παράλληλα, 36 δημοτικές ενότητες στην Αττική και 59 νησιά εμφανίζουν επίσης μηδενικό αριθμό γεννήσεων για το ίδιο χρονικό διάστημα.
Επιπλέον και στις περιοχές όπου καταγράφονται γεννήσεις, οι αριθμοί παραμένουν χαμηλοί.
Συγκεκριμένα, 62 δημοτικές ενότητες έχουν καταγράψει μόλις μία γέννηση από την αρχή του έτους, ενώ μόνο 103 έχουν σημειώσει δύο ή περισσότερες.
Την ίδια στιγμή, η πλειονότητα των νεογέννητων συγκεντρώνεται σε λίγες μεγάλες πόλεις, με μόλις έξι αστικά κέντρα να καταγράφουν τετραψήφιο αριθμό γεννήσεων και άλλες 33 να εμφανίζουν τριψήφια μεγέθη.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει τη συνεχιζόμενη γήρανση του πληθυσμού και τη συγκέντρωση των νέων ανθρώπων σε περιορισμένες γεωγραφικές περιοχές.
Η Ελλάδα βρίσκεται εδώ και χρόνια σε καθεστώς φυσικής πληθυσμιακής μείωσης, καθώς οι θάνατοι υπερβαίνουν σταθερά τις γεννήσεις.
Ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1980 οι γεννήσεις ξεπερνούσαν τις 140.000 ετησίως, σήμερα κυμαίνονται μεταξύ 60.000 και 70.000.
Οι ειδικοί αποδίδουν την υπογεννητικότητα σε έναν συνδυασμό παραγόντων, όπως το αυξημένο κόστος ζωής και στέγασης, η εργασιακή αβεβαιότητα, η καθυστέρηση δημιουργίας οικογένειας και η φυγή νέων ανθρώπων από την περιφέρεια ή το εξωτερικό.
Η απουσία γεννήσεων σε εκατοντάδες περιοχές αναδεικνύει ότι το δημογραφικό πρόβλημα δεν αφορά μόνο τη μείωση των γεννήσεων, αλλά και την άνιση κατανομή του πληθυσμού στον ελληνικό χώρο.