
Σε έναν κόσμο που δεν σταματά να παράγει ειδοποιήσεις, βίντεο, podcasts, reels, emails και ατελείωτες ψηφιακές συνομιλίες, μια νέα μορφή πολυτέλειας φαίνεται να κερδίζει έδαφος ανάμεσα στους νέους: η απόλυτη σιωπή.
Τα λεγόμενα «silent retreats», οργανωμένες αποδράσεις κατά τις οποίες οι συμμετέχοντες περνούν ημέρες χωρίς να μιλούν, χωρίς κινητό τηλέφωνο και χωρίς κοινωνικά δίκτυα, αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη δημοτικότητα.
Για πολλούς ανθρώπους της Generation Z και των millennials, η εμπειρία αυτή αποτελεί μια νέα μορφή επένδυσης στην ψυχική υγεία και την προσωπική ισορροπία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η 29χρονη Νίαμ Ντόνελι από τη Βόρεια Ιρλανδία. Εργαζόμενη στον χώρο του μάρκετινγκ, πέρασε αρκετά χρόνια στην Αυστραλία πριν αποφασίσει να επιστρέψει στην πατρίδα της για επαγγελματικούς λόγους. Πριν πάρει τη μεγάλη απόφαση, επέλεξε να κάνει μια στάση στο Μπαλί και να συμμετάσχει σε ένα τριήμερο retreat σιωπής.
«Ήθελα να είμαι σίγουρη για την απόφασή μου», εξηγεί. «Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος από το να μείνεις μόνος με τις σκέψεις σου».
Η εμπειρία, ωστόσο, δεν ήταν εύκολη. Με την άφιξή της παρέδωσε το κινητό της τηλέφωνο και κάθε άλλη ηλεκτρονική συσκευή. Για έναν άνθρωπο που έχει συνηθίσει να είναι συνδεδεμένος με τον κόσμο όλο το εικοσιτετράωρο, η διαδικασία αποδείχθηκε ιδιαίτερα αγχωτική.
«Δεν έχεις καμία αίσθηση του χρόνου. Αυτό ήταν ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι», λέει. «Χρειάζεται να βρίσκεσαι στη σωστή ψυχολογική κατάσταση γιατί η σιωπή επί ημέρες δεν είναι κάτι φυσικό για τους περισσότερους ανθρώπους».
Εκτός από την απαγόρευση των συνομιλιών, αρκετοί χώροι επιβάλλουν περιορισμούς στη διατροφή, αποκλείοντας την καφεΐνη, τη ζάχαρη και άλλες διεγερτικές ουσίες. Στόχος είναι η απομάκρυνση από κάθε μορφή εξωτερικού ερεθίσματος, ώστε η προσοχή να στραφεί αποκλειστικά προς τα μέσα.
Το συγκεκριμένο retreat κόστισε περίπου 100 λίρες για τρεις ημέρες. Ωστόσο, η αγορά της σιωπής μπορεί να αποδειχθεί πολύ ακριβότερη, καθώς ορισμένα προγράμματα κοστίζουν χιλιάδες ευρώ, ιδιαίτερα όταν συνδυάζονται με πολυτελή καταλύματα, εξατομικευμένες συνεδρίες διαλογισμού ή εναλλακτικές θεραπείες.
Η ίδια η Ντόνελι παραδέχεται ότι πρόκειται για πολυτέλεια. «Πιστεύω ότι είναι κάτι πολυτελές, αλλά είναι κάτι που εκτιμώ ιδιαίτερα», λέει.
Τον περασμένο Απρίλιο συμμετείχε σε ένα ακόμη retreat, αυτή τη φορά στα σύνορα της Βόρειας Ιρλανδίας με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, πληρώνοντας περίπου 400 λίρες για ένα σαββατοκύριακο σιωπηλού διαλογισμού.
Μια αγορά που μεγαλώνει
Η ιστορία της αντικατοπτρίζει ένα ευρύτερο κοινωνικό φαινόμενο. Σύμφωνα με έρευνα της McKinsey για το μέλλον της βιομηχανίας ευεξίας το 2025, η Generation Z και οι millennials είναι οι ηλικιακές ομάδες που ξοδεύουν περισσότερο για δραστηριότητες ευεξίας.
Αν και αποτελούν περίπου το 36% του ενήλικου πληθυσμού των Ηνωμένων Πολιτειών, αντιπροσωπεύουν πάνω από το 41% των συνολικών ετήσιων δαπανών στον συγκεκριμένο τομέα.
Retreats, mindfulness workshops, διαλογισμός, ψηφιακή αποτοξίνωση, θεραπευτικά ταξίδια και κάθε είδους εμπειρία που υπόσχεται εσωτερική ηρεμία μετατρέπονται σταδιακά σε βασικό τμήμα της οικονομίας της ευεξίας.
Πίσω από την τάση βρίσκεται και μια βαθύτερη κοινωνική πραγματικότητα. Πολλοί νέοι ενήλικες αισθάνονται ότι οι παραδοσιακοί στόχοι προηγούμενων γενεών, όπως η αγορά κατοικίας, η οικονομική ασφάλεια και η δημιουργία οικογένειας, απομακρύνονται ολοένα περισσότερο.
Η Ντόνελι το διατυπώνει με ειλικρίνεια. Η αγορά ενός σπιτιού παραμένει στόχος ζωής, αλλά προς το παρόν μοιάζει απρόσιτη. Αντί να επικεντρώνεται αποκλειστικά σε κάτι που δεν μπορεί ακόμη να αποκτήσει, προτιμά να επενδύει σε εμπειρίες που βρίσκονται εντός των δυνατοτήτων της.
«Μου αρέσει να απολαμβάνω τη ζωή μου τώρα αντί να σκέφτομαι συνεχώς το μέλλον», λέει. «Τα ταξίδια καλύπτουν αυτό το κενό για μένα».
Η Ουτσέτσι Κάλου, οικονομική σύμβουλος με έδρα το Λος Άντζελες και ιδρύτρια της Greenlight Financial Planning, θεωρεί ότι οι δαπάνες για την ψυχική ευεξία μπορούν να αντιμετωπιστούν ως επένδυση, αρκεί να γίνονται με μέτρο.
«Μετά από τέτοιες εμπειρίες οι άνθρωποι νιώθουν μεγαλύτερη διαύγεια, λιγότερο άγχος και περισσότερη ηρεμία», εξηγεί. «Αποκτούν τη δυνατότητα να συνεχίσουν τη ζωή τους παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν».
Ωστόσο, προειδοποιεί ότι η επιδίωξη της ψυχικής ισορροπίας δεν πρέπει να μετατρέπεται σε οικονομικό βάρος. Πολλοί υπολογίζουν μόνο το κόστος συμμετοχής σε ένα retreat και αγνοούν τα υπόλοιπα έξοδα, όπως μετακινήσεις, ξενοδοχεία ή γεύματα.
«Δεν πρέπει να δημιουργείς χρέη για να αποκτήσεις ηρεμία», τονίζει χαρακτηριστικά.