Μια νέα επιστημονική έρευνα φέρνει στο φως ένα μέχρι σήμερα ελάχιστα κατανοητό σεισμικό φαινόμενο που ακολούθησε τον καταστροφικό σεισμό των 9,0 Ρίχτερ στην Ιαπωνία, στις 11 Μαρτίου 2011.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, περίπου 15 λεπτά μετά την εκδήλωση του σεισμού, σχεδόν ολόκληρη η ιαπωνική επικράτεια μετατοπίστηκε μόνιμα προς τα ανατολικά κατά λίγα χιλιοστά. Αν και η μετακίνηση ήταν μικρή, κάλυψε μια τεράστια γεωγραφική έκταση και αρχικά θεωρήθηκε πιθανό σφάλμα στις μετρήσεις των συστημάτων GPS.

Η γεωφυσικός Σανγιούνγκ Παρκ και η ερευνητική της ομάδα ανέλυσαν επί σειρά ετών δεδομένα από δορυφορικούς και σεισμολογικούς σταθμούς, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι τα σεισμικά κύματα του μεγάλου σεισμού ταξίδεψαν μέχρι τα βαθύτερα στρώματα του πλανήτη, έφτασαν κοντά στον πυρήνα της Γης και στη συνέχεια επέστρεψαν προς την επιφάνεια.

Η επιστροφή αυτών των κυμάτων φαίνεται πως προκάλεσε μια δεύτερη, εξαιρετικά εκτεταμένη μετατόπιση του εδάφους, επηρεάζοντας ταυτόχρονα πολλές τεκτονικές πλάκες σε ολόκληρη την Ιαπωνία. Οι επιστήμονες χαρακτηρίζουν το φαινόμενο πρωτοφανές, καθώς μέχρι σήμερα θεωρούνταν ότι η ενέργεια τέτοιων κυμάτων εξασθενούσε σημαντικά πριν φτάσει ξανά στον φλοιό της Γης.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη μετατόπιση απελευθέρωσε ενέργεια αντίστοιχη με εκείνη ενός σεισμού μεγέθους 7,5 Ρίχτερ, ωστόσο κατανεμήθηκε σε τόσο μεγάλη περιοχή ώστε οι επιπτώσεις της να μην γίνουν άμεσα αντιληπτές.

Η ανακάλυψη ενδέχεται να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι επιστήμονες αντιλαμβάνονται τη συμπεριφορά των μεγάλων σεισμών και των τεκτονικών ρηγμάτων. Παράλληλα, αναδεικνύει έναν πιθανό νέο σεισμικό κίνδυνο, ο οποίος θα μπορούσε θεωρητικά να προβλεφθεί, καθώς απαιτούνται περίπου 15 λεπτά για να ολοκληρωθεί η διαδρομή των κυμάτων από τον φλοιό προς τον πυρήνα και πίσω.

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η Ιαπωνία διαθέτει ένα από τα πιο εξελιγμένα δίκτυα σεισμικής παρακολούθησης παγκοσμίως, γεγονός που επέτρεψε την καταγραφή του φαινομένου. Ωστόσο, δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο παρόμοια γεγονότα να συμβαίνουν και σε άλλες περιοχές του πλανήτη χωρίς να καταγράφονται με την ίδια ακρίβεια.

Η μελέτη προσθέτει ένα ακόμη σημαντικό κομμάτι στο παζλ της κατανόησης των σεισμών και της λειτουργίας των τεκτονικών πλακών, ανοίγοντας νέους δρόμους για την έρευνα γύρω από τα πιο ισχυρά γεωλογικά φαινόμενα της Γης.