Δικαστήριο στην Κίνα επέβαλε θανατική ποινή στον πρώην δημοτικό αξιωματούχο, Γιανγκ Γιουλίν, κρίνοντάς τον ένοχο για μία από τις μεγαλύτερες υποθέσεις διαφθοράς που έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια στη χώρα.

Ο 69χρονος, ο οποίος υπηρέτησε σε ανώτερες διοικητικές θέσεις στην Ναντζίνγκ από το 1993 έως το 2023, καταδικάστηκε για δωροδοκία, υπεξαίρεση, κατάχρηση εξουσίας και ξέπλυμα χρήματος. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, το συνολικό όφελος που αποκόμισε από παράνομες συναλλαγές ξεπέρασε τα 2,2 δισεκατομμύρια γιουάν, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 325 εκατομμύρια δολάρια.

Οι κινεζικές αρχές υποστηρίζουν ότι ο Γιανγκ αξιοποίησε τη θέση του για να εξυπηρετεί επιχειρηματικά συμφέροντα, διευκολύνοντας εταιρείες στην ανάθεση δημοσίων έργων, στην παραχώρηση γης και στην εξασφάλιση χρηματοδοτήσεων, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα μεγάλα χρηματικά ποσά και αντικείμενα ιδιαίτερα υψηλής αξίας.

Η απόφαση εκδόθηκε από δικαστήριο της Τσανγκτζόου, το οποίο χαρακτήρισε τις πράξεις του «εξαιρετικά σοβαρές», επισημαίνοντας ότι προκάλεσαν σημαντική ζημία στα συμφέροντα του κράτους και των πολιτών.

Η υπόθεση εντάσσεται στη μακροχρόνια εκστρατεία κατά της διαφθοράς που έχει θέσει σε εφαρμογή ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ από το 2012. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής έχουν διωχθεί χιλιάδες κρατικοί αξιωματούχοι, στελέχη του στρατού και του χρηματοπιστωτικού τομέα, αν και επικριτές της κυβέρνησης υποστηρίζουν ότι οι διώξεις χρησιμοποιούνται και για την αποδυνάμωση πολιτικών αντιπάλων.

Παρότι η θανατική ποινή για οικονομικά εγκλήματα επιβάλλεται σχετικά σπάνια στην Κίνα, εξακολουθεί να προβλέπεται σε υποθέσεις ιδιαίτερης βαρύτητας, κυρίως όταν τα ποσά των παράνομων συναλλαγών είναι εξαιρετικά υψηλά. Ανάμεσα στις πιο γνωστές περιπτώσεις συγκαταλέγονται εκείνες των πρώην αξιωματούχων Lai Xiaomin, που εκτελέστηκε το 2021, και Li Jianping, ο οποίος εκτελέστηκε το 2024 για αντίστοιχα αδικήματα.

Παρότι ο Γιανγκ παραδέχθηκε την ενοχή του, συνεργάστηκε με τις αρχές και εξέφρασε μεταμέλεια κατά την απολογία του, το δικαστήριο έκρινε ότι η έκταση και η σοβαρότητα των αδικημάτων του δεν επέτρεπαν την επιβολή επιεικέστερης ποινής.