Στις 10 Ιανουαρίου 1457, δικαστήριο στη Βουργουνδία δίκασε μία χοιρομητέρα και έξι γουρουνάκια, τα οποία βρέθηκαν δίπλα στη σορό ενός πεντάχρονου παιδιού. Μάρτυρες κατέθεσαν ότι τα ζώα ήταν καλυμμένα με αίμα και βρίσκονταν πάνω από το σώμα του παιδιού.

Η χοιρομητέρα κρίθηκε ένοχη και καταδικάστηκε σε θάνατο. Αντίθετα, τα έξι γουρουνάκια αθωώθηκαν, καθώς οι δικαστές έκριναν ότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν συμμετοχή τους στην επίθεση.

Η διαδικασία ακολούθησε όλους τους κανόνες της εποχής, με την παρουσία δικαστή, εισαγγελέα, συμβολαιογράφου, μαρτύρων και δημίου.

Σύμφωνα με ιστορικές καταγραφές, παρόμοιες δίκες δεν ήταν ασυνήθιστες, καθώς έχουν καταγραφεί περισσότερες από 200 υποθέσεις ζώων στη μεσαιωνική και πρώιμη νεότερη Ευρώπη.

Τα γουρούνια ήταν συχνά κατηγορούμενα, επειδή κυκλοφορούσαν ελεύθερα σε πόλεις και χωριά και μπορούσαν να επιτεθούν σε ανθρώπους, ιδιαίτερα σε μικρά παιδιά.

Οι ιστορικοί εκτιμούν ότι οι δίκες αυτές δεν είχαν μόνο τιμωρητικό χαρακτήρα, αλλά λειτουργούσαν και ως μέσο διατήρησης της δημόσιας τάξης, επιβεβαιώνοντας την κυριαρχία των ανθρώπινων νόμων ακόμη και απέναντι στα ζώα.