
Σχέδιο δολοφονίας δύο αλλοδαπών, οι οποίοι επρόκειτο να ταξιδέψουν στην Κύπρο για διακοπές, εκτιμάται ότι απέτρεψε η κυπριακή αστυνομία, σε συνεργασία με τη Europol και τις διωκτικές Αρχές της Δανίας.
Για την υπόθεση συνελήφθησαν ένας Ιρλανδός και δύο Νορβηγοί. Οι τρεις οδηγήθηκαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, στο Παραλίμνι, το οποίο ενέκρινε το αίτημα της αστυνομίας για οκταήμερη κράτησή τους, προκειμένου να συνεχιστούν οι έρευνες για συνωμοσία προς διάπραξη φόνου και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο, στόχοι φέρονται να ήταν δύο δίδυμοι αδελφοί, υπήκοοι τρίτης χώρας, οι οποίοι είχαν προγραμματίσει να περάσουν τις διακοπές τους στην ελεύθερη περιοχή Αμμοχώστου. Τα δύο αδέλφια δεν είχαν φτάσει ακόμη στην Κύπρο όταν πραγματοποιήθηκαν οι συλλήψεις.
Η παγίδα στο dark web
Η υπόθεση άρχισε να ξετυλίγεται όταν άτομα που φέρονται να συνδέονται με το σχέδιο αναζήτησαν μέσω του «σκοτεινού» διαδικτύου εκτελεστή για τις δύο δολοφονίες.
Η επικοινωνία πραγματοποιήθηκε μέσω της κρυπτογραφημένης εφαρμογής Signal. Ωστόσο, το άτομο που ανταποκρίθηκε στην αναζήτηση ήταν στην πραγματικότητα αστυνομικός από τη Δανία, ο οποίος συμμετείχε σε επιχείρηση υπό κάλυψη.
Ο αστυνομικός εμφανίστηκε πρόθυμος να αναλάβει την εκτέλεση, ενώ παράλληλα συνέλεγε πληροφορίες σχετικά με τον σχεδιασμό της εγκληματικής ενέργειας και τα πρόσωπα που εμπλέκονταν στην υπόθεση.
Η αμοιβή που φέρεται να συμφωνήθηκε ανερχόταν στις 650.000 δανέζικες κορώνες, ποσό περίπου 85.000 ευρώ. Κατά τη διάρκεια των επικοινωνιών φέρεται επίσης να διατυπώθηκε ο ισχυρισμός ότι θα μπορούσαν να δωροδοκηθούν Αρχές, ώστε να μην υπάρχει αστυνομική παρουσία στο σημείο όπου θα πραγματοποιούνταν οι δολοφονίες.
Όταν έγινε γνωστό ότι το σχέδιο αφορούσε εγκληματική ενέργεια στην Κύπρο, ενημερώθηκαν η Europol και η κυπριακή αστυνομία. Στη συνέχεια, κλιμάκιο Δανών ανακριτών ταξίδεψε στην Κύπρο και συνεργάστηκε με ειδική ανακριτική ομάδα του Αρχηγείου της Κυπριακής Αστυνομίας.
Το εισιτήριο για την Κύπρο και οι παραδόσεις χρημάτων
Στο πλαίσιο της επιχείρησης, οι φερόμενοι οργανωτές αγόρασαν για τον αστυνομικό που δρούσε υπό κάλυψη αεροπορικό εισιτήριο από την Κοπεγχάγη προς την Κύπρο.
Ο Δανός αστυνομικός έφτασε στο αεροδρόμιο Λάρνακας στις 24 Αυγούστου, συνοδευόμενος από συναδέλφους του που συμμετείχαν στην επιχείρηση.
Ακολουθώντας τις οδηγίες που λάμβανε μέσω Signal, μετέβη αρχικά σε συγκεκριμένο σημείο στη Λάρνακα, όπου του παραδόθηκαν 200 ευρώ. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε στην Αγία Νάπα και εγκαταστάθηκε σε ξενοδοχείο.
Την ίδια ημέρα του υποδείχθηκε νέα τοποθεσία για την παραλαβή χρημάτων. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στο δικαστήριο, ένας άνδρας ντυμένος στα μαύρα άφησε έναν φάκελο στο λάστιχο λευκού αυτοκινήτου.
Αστυνομικοί που παρακολουθούσαν την περιοχή εντόπισαν στη συνέχεια ενοικιαζόμενο όχημα, το οποίο οδηγούσε ένας από τους υπόπτους και φέρεται να αναζητούσε το σημείο της παράδοσης.
Σε επόμενο στάδιο, ο αστυνομικός που συμμετείχε στην επιχείρηση υπό κάλυψη συναντήθηκε με έναν από τους υπόπτους. Οι εμπλεκόμενοι φέρονται να άφησαν πίσω από κάδο απορριμμάτων ένα χάρτινο κουτί, μέσα στο οποίο υπήρχαν ακόμη 1.000 ευρώ.
Η παρακολούθηση των κινήσεών τους επέτρεψε στις Αρχές να συγκεντρώσουν στοιχεία και να εξασφαλίσουν δικαστικά εντάλματα. Ακολούθησε συντονισμένη επιχείρηση στις επαρχίες Λάρνακας και Αμμοχώστου, κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν οι συλλήψεις.
Στο μικροσκόπιο οι φερόμενοι εντολείς
Οι τρεις συλληφθέντες δεν θεωρούνται, στο παρόν στάδιο, οι ηθικοί αυτουργοί του σχεδίου.
Οι Αρχές εξετάζουν τον ρόλο τους ως προσώπων που φέρονται να ανέλαβαν την υποστήριξη της επιχείρησης και την παράδοση χρημάτων, ενώ παράλληλα αναζητούν εκείνους που βρίσκονταν ψηλότερα στην αλυσίδα της εντολής.
Ένας από τους υπόπτους υποστήριξε ότι βρισκόταν στην Κύπρο για διακοπές. Για δεύτερο ύποπτο αναφέρθηκε στο δικαστήριο ότι έχει καταδίκες στη χώρα του για απειλές και εκβιασμούς, ενώ φέρεται να καταζητείται για αδικήματα που σχετίζονται με κατοχή οπλισμού και απειλές.
Μέχρι στιγμής δεν έχει προκύψει σύνδεση της υπόθεσης με κυπριακές ομάδες οργανωμένου εγκλήματος. Άγνωστα παραμένουν επίσης τα κίνητρα, καθώς και η σχέση των φερόμενων εντολέων με τους δύο στόχους.