Η Νίκαια δεν κοιμήθηκε το βράδυ της Κυριακής (13/9). Από νωρίς το απόγευμα μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, οι δρόμοι γύρω από την Αγία Τριάδα γέμισαν με κόσμο που έφτασε για να αποχαιρετήσει τον Γιώργο Μαζωνάκη, εκεί όπου όλα είχαν ξεκινήσει για τον ίδιο.

Τα τραγούδια του ακούγονταν δυνατά από τα μεγάφωνα και ο κόσμος τα τραγουδούσε μαζί, μετατρέποντας τον αποχαιρετισμό σε μια ιδιότυπη γιορτή μνήμης και αγάπης. Αντί για σιωπή και βαρύ πένθος, κυριάρχησαν οι μελωδίες, οι αναμνήσεις και οι ιστορίες μιας ολόκληρης ζωής που συνδέθηκε με τη μουσική του.

Στον προαύλιο χώρο της Αγίας Τριάδας, της εκκλησίας απέναντι από το πατρικό του σπίτι, βρέθηκαν χιλιάδες άνθρωποι. Ήταν ένας τόπος ιδιαίτερα συμβολικός για τον ίδιο, καθώς εκεί είχε ψάλει όταν ήταν ακόμη παιδί. Η επιστροφή του, έστω και για τελευταία φορά, στην παλιά του γειτονιά είχε έντονο συναισθηματικό φορτίο.

Ο κόσμος που συγκεντρώθηκε δεν ανήκε σε μία μόνο γενιά. Άνθρωποι που μεγάλωσαν μαζί με τα τραγούδια του, γονείς που τον παρακολουθούσαν από τα πρώτα του βήματα, αλλά και νεότεροι που γνώρισαν τη μουσική του μέσα από τις προηγούμενες γενιές, στάθηκαν δίπλα του.

Αυτό ίσως ήταν και το μεγαλύτερο αποτύπωμα που άφησε ο Μαζωνάκης. Κατάφερε να ξεπεράσει ηλικίες, κοινωνικές διαφορές και διαφορετικά μουσικά γούστα. Για πολλούς υπήρξε ο καλλιτέχνης των νεανικών τους χρόνων, των ξενυχτιών, των γιορτών και των μεγάλων ερώτων. Για άλλους ήταν η φωνή που συνόδευσε δύσκολες στιγμές, χωρισμούς, απογοητεύσεις και προσωπικά αδιέξοδα.

Για τους ανθρώπους της Νίκαιας και των δυτικών προαστίων, όμως, ήταν κάτι ακόμη περισσότερο: ήταν «το δικό τους παιδί». Ένας άνθρωπος που, παρά την τεράστια επιτυχία και τη δημοσιότητα, δεν αποκόπηκε από τις ρίζες του. Η σχέση του με τη γειτονιά όπου μεγάλωσε παρέμεινε ζωντανή και αυτό φάνηκε με τον πιο έντονο τρόπο στον τελευταίο του αποχαιρετισμό.

Από νωρίς οι δρόμοι γύρω από την Αγία Τριάδα άρχισαν να γεμίζουν. Αυτοκίνητα και λεωφορεία έφταναν από διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας, ενώ σε πολλά από αυτά ακούγονταν τραγούδια του. Οι άνθρωποι περίμεναν υπομονετικά για να μπουν στην εκκλησία, να αφήσουν ένα λουλούδι και να σταθούν για λίγο κοντά του.

Η εικόνα θύμιζε περισσότερο νυχτερινή έξοδο παρά έναν συνηθισμένο αποχαιρετισμό. Και ίσως αυτό να ήταν το πιο ταιριαστό «αντίο» για έναν άνθρωπο που ταυτίστηκε τόσο έντονα με τη νύχτα, τη διασκέδαση και το λαϊκό τραγούδι.

Και κάπως έτσι, η τελευταία νύχτα του Γιώργου Μαζωνάκη στη Νίκαια δεν ήταν μόνο μια στιγμή πένθους. Ήταν μια μεγάλη συνάντηση ανθρώπων που ένιωθαν ότι του χρωστούσαν ένα τελευταίο «ευχαριστώ» για τις στιγμές που τους χάρισε.

Η Νίκαια έμεινε ξάγρυπνη μέχρι το πρωί. Τα τραγούδια του συνέχισαν να ακούγονται στους δρόμους, ενώ ο κόσμος έμπαινε σταδιακά στην Αγία Τριάδα για να τον αποχαιρετήσει.