Όσοι μπαίνουν σε ένα σούπερ μάρκετ για να αγοράσουν μόνο γάλα ή γιαούρτι έχουν πιθανότατα παρατηρήσει ότι τα ψυγεία με τα γαλακτοκομικά βρίσκονται συνήθως στο πίσω μέρος του καταστήματος.

Η επιλογή αυτή δεν γίνεται τυχαία, αλλά αποτελεί μέρος της σχεδίασης του χώρου και της αγοραστικής στρατηγικής των σούπερ μάρκετ.

Τα γαλακτοκομικά είναι προϊόντα καθημερινής ανάγκης. Πολλοί καταναλωτές τα αγοράζουν σχεδόν μηχανικά, οπότε οι επιχειρήσεις επιλέγουν να τα τοποθετούν σε σημείο που αναγκάζει τον πελάτη να διασχίσει μεγαλύτερο μέρος του καταστήματος.

Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδρομής, ο καταναλωτής περνά από διαδρόμους με άλλα προϊόντα, όπως σνακ, προσφορές, είδη οικιακής χρήσης ή νέα προϊόντα που μπορεί να μην είχε αρχικά σκοπό να αγοράσει.

Η λογική είναι απλή: όσο περισσότερο χρόνο περνά κάποιος μέσα στο κατάστημα, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να προσθέσει επιπλέον προϊόντα στο καλάθι του.

Παράλληλα, η θέση των γαλακτοκομικών στο πίσω μέρος σχετίζεται και με πρακτικούς λόγους. Τα ψυγεία χρειάζονται σταθερή παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και συχνά τοποθετούνται κοντά σε χώρους αποθήκευσης, όπου γίνεται πιο εύκολα η ανανέωση των προϊόντων.

Ένας ακόμη λόγος είναι ότι τα προϊόντα αυτά έχουν μικρή διάρκεια ζωής και απαιτούν συχνό ανεφοδιασμό. Η θέση τους κοντά στους χώρους παραλαβής και αποθήκευσης διευκολύνει τη διαχείρισή τους.

Δεν ακολουθούν όλα τα σούπερ μάρκετ ακριβώς την ίδια διάταξη, όμως η τοποθέτηση βασικών προϊόντων σε πιο απομακρυσμένα σημεία είναι μια πρακτική που χρησιμοποιείται ευρέως στο λιανεμπόριο.

Έτσι, μια απλή αγορά γάλακτος μπορεί να μετατραπεί σε μια μεγαλύτερη διαδρομή μέσα στο κατάστημα, όπου ο καταναλωτής έρχεται αντιμέτωπος με περισσότερες επιλογές και περισσότερους πειρασμούς αγορών.