Για κάποιους ο κόλιανδρος αποτελεί βασικό συστατικό στη μαγειρική, ενώ για άλλους έχει μια έντονη γεύση που θυμίζει σαπούνι. Η διαφορά αυτή δεν οφείλεται μόνο στις διατροφικές προτιμήσεις, αλλά συνδέεται και με τη γενετική.

Ορισμένοι άνθρωποι διαθέτουν συγκεκριμένες γενετικές παραλλαγές σε γονίδια που σχετίζονται με τους υποδοχείς της όσφρησης. Οι παραλλαγές αυτές μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τις αρωματικές ενώσεις που περιέχει ο κόλιανδρος.

Μεταξύ αυτών είναι οι αλδεΰδες, χημικές ενώσεις που υπάρχουν φυσικά στο φυτό και συνδέονται με το χαρακτηριστικό άρωμά του. Σε ανθρώπους με συγκεκριμένες γενετικές παραλλαγές, οι ενώσεις αυτές μπορεί να γίνονται αντιληπτές ως ιδιαίτερα έντονες και να δημιουργούν την αίσθηση της γεύσης ή της μυρωδιάς σαπουνιού.

Η αντίδραση αυτή έχει μελετηθεί σε γενετικές έρευνες και δείχνει ότι η εμπειρία από την ίδια τροφή μπορεί να διαφέρει σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ωστόσο, τα γονίδια δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που καθορίζει αν κάποιος θα απολαμβάνει τον κόλιανδρο.

Η εξοικείωση με τη συγκεκριμένη γεύση, η διατροφή και άλλοι παράγοντες μπορούν επίσης να επηρεάσουν την αντίληψη. Έτσι, ακόμη και άνθρωποι που αρχικά αντιπαθούν τον κόλιανδρο μπορεί με τον χρόνο να συνηθίσουν τη γεύση του.

Το «σαπούνι» στον κόλιανδρο, επομένως, δεν είναι απλώς θέμα γούστου. Για ένα μέρος του πληθυσμού, αποτελεί αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο ο οργανισμός αντιλαμβάνεται συγκεκριμένες χημικές ενώσεις του φυτού.