Έχει συμβεί σχεδόν σε όλους: ακούμε μια ηχογράφηση της φωνής μας και ξαφνικά μας φαίνεται παράξενη, πιο λεπτή ή διαφορετική από αυτή που έχουμε συνηθίσει.

Η εξήγηση βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο ο ήχος φτάνει στα αυτιά μας όταν μιλάμε.

Όταν ακούμε κάποιον άλλο να μιλά, ο ήχος ταξιδεύει κυρίως μέσω του αέρα και φτάνει στα αυτιά μας.

Όταν όμως μιλάμε εμείς, ο εγκέφαλός μας λαμβάνει τον ήχο με δύο τρόπους:

  • μέσω του αέρα, όπως συμβαίνει με όλους τους ήχους,
  • μέσω των οστών του κρανίου, που μεταφέρουν τις δονήσεις απευθείας στο εσωτερικό αυτί.

Γιατί η φωνή μας ακούγεται πιο βαθιά σε εμάς;

Η μετάδοση του ήχου μέσω των οστών ενισχύει περισσότερο τις χαμηλές συχνότητες.

Αυτό σημαίνει ότι όταν μιλάμε, ακούμε τη φωνή μας πιο «γεμάτη» και πιο βαθιά από ό,τι την ακούν οι άλλοι.

Μια ηχογράφηση όμως καταγράφει μόνο τον ήχο που μεταδίδεται μέσω του αέρα, γι’ αυτό μας φαίνεται διαφορετική.

Ο εγκέφαλος έχει συνηθίσει τη δική μας φωνή

Η φωνή μας είναι ένας ήχος που ακούμε καθημερινά για όλη μας τη ζωή.

Ο εγκέφαλος έχει δημιουργήσει μια συγκεκριμένη «εικόνα» για το πώς πρέπει να ακούγεται, συνδυάζοντας τον πραγματικό ήχο με τις δονήσεις που αισθανόμαστε στο σώμα μας.

Όταν ακούμε μια ηχογράφηση, αυτή η εικόνα δεν ταιριάζει και δημιουργείται η αίσθηση ότι ακούμε κάποιον άλλον.

Γιατί μας φαίνεται τόσο περίεργο;

Η διαφορά ανάμεσα στη φωνή που ακούμε εμείς και σε αυτή που ακούν οι άλλοι είναι φυσιολογική.

Δεν σημαίνει ότι η φωνή μας άλλαξε ή ότι ακούγεται «λάθος». Απλώς για πρώτη φορά ακούμε τον εαυτό μας όπως τον ακούει ο υπόλοιπος κόσμος.

Ένα μικρό μυστήριο της καθημερινότητας

Η φωνή μας είναι ένα από τα πιο προσωπικά χαρακτηριστικά μας, όμως ο τρόπος που την αντιλαμβανόμαστε εξαρτάται από μια πολύπλοκη συνεργασία ανάμεσα στο σώμα, το αυτί και τον εγκέφαλο.

Γι’ αυτό κάθε φορά που ακούμε μια ηχογράφηση της φωνής μας, η έκπληξη είναι σχεδόν αναπόφευκτη.