
Σε νέα συνέντευξή της, η Σάρον Στόουν αποκαλύπτει τη μάχη που έδωσε για να ανακτήσει τον απόλυτο έλεγχο της ζωής της, απαλλαγμένη από κάθε είδους εξάρτηση ή φαρμακευτική αγωγή.
Η απόφαση της Σάρον Στόουν να κόψει την κάνναβη ήταν το τελευταίο βήμα σε μια μακρά και επίπονη διαδρομή απεξάρτησης από τις φαρμακευτικές αγωγές στις οποίες είχε υποβληθεί μετά το σχεδόν θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο του 2001.
Τον περασμένο Σεπτέμβριο, η ηθοποιός και εικαστικός αποφάσισε να διακόψει ένα από τα βασικά της φάρμακα, παρά τις έντονες αντιρρήσεις των θεραπόντων ιατρών της.
«Μου έλεγαν “δεν μπορείς να το κόψεις αυτό, δεν θα το κόψεις ποτέ”. Κι εγώ τους είπα: “Το κόβω”», περιγράφει η ίδια στο Variety.
«Ήταν σαν να έκοβα γαμημένη ηρωίνη. Ήμουν άρρωστη σαν το σκυλί για τέσσερις μεσήμισι μήνες. Απλώς σκέφτηκα: “Θέλω τη ζωή μου πίσω”. Είχα ήδη κόψει τα περισσότερα φάρμακα που μου είχαν φορτώσει με τα χρόνια. Ήθελα πλέον μια ζωή καθαρή», είπε.
Αμέσως μετά, η Στόουν αποφάσισε να σταματήσει και το κάπνισμα κάνναβης, διαπιστώνοντας τις αλλαγές στην ποιότητά της.
«Αφού το ξεπέρασα αυτό, αποφάσισα να κόψω και το χόρτο. Πιστεύω ότι βάζουν τόσα πολλά χημικά μέσα πια —πραγματικά το κάνουν— που όταν το σταμάτησα, αρρώστησα ξανά. Δεν είναι όπως όταν το μαζεύεις από το χώμα, δεν είναι όπως όταν ήμασταν παιδιά. Ήμουν πολύ άρρωστη για έναν μήνα. Πήγα στον νευρολόγο μου και μου είπε: “Σάρον, έχω δει ανθρώπους να πεθαίνουν στα επείγοντα από τη μαριχουάνα”».
Η ζωγράφος Σάρον Στόουν
Σήμερα, η Στόουν διοχετεύει όλη της την ενέργεια στη ζωγραφική, μια τέχνη που σπούδασε στο κολλέγιο πριν τα παρατήσει για το μόντελινγκ. Η δημιουργική της φλόγα αναζωπυρώθηκε κατά τη διάρκεια της καραντίνας, μετατρέποντας αρχικά το ίδιο της το υπνοδωμάτιο σε ατελιέ.
«Έβγαλα όλα τα έπιπλα από το υπνοδωμάτιό μου. Πολύ σύντομα, τα χάρισα και πήρα ένα μικρό κρεβάτι», θυμάται.
«Ζούσα σαν σε σοφίτα Γάλλου καλλιτέχνη με ένα κρεβάτι μπροστά στο τζάκι. Είχα αυτό το πανέμορφο υπνοδωμάτιο, αλλά έβαζα καρφιά στους τοίχους σαν να μην έμενα σε αυτό το υπέροχο σπίτι. Άρχισα να αγοράζω μεγαλύτερους καμβάδες, ανέβασα ένα μεγάλο τραπέζι, έριξα σεντόνια στο πάτωμα. Πέρασαν μήνες, μήνες και μήνες».
Η αφοσίωσή της ανησύχησε τους γιους της, Ρόαν, Λερντ και Κουίν. «Μπήκαν μέσα και μου είπαν: “Μαμά, απλά πιστεύουμε ότι πρέπει να φορέσεις ένα σουτιέν”», λέει γελώντας.«Τους απάντησα: “Αυτή είναι η ίδια κουβέντα που είχε ο πατέρας μου μαζί μου τη δεκαετία του ’70. Δεν λειτούργησε τότε, δεν θα λειτουργήσει και τώρα. Ευχαριστώ για το ενδιαφέρον, να έχετε μια όμορφη μέρα”».
Τελικά, πείστηκε να μεταφέρει το ατελιέ στον ξενώνα της στο Μπέβερλι Χιλς, ενώ πλέον πουλάει τα έργα της σε γκαλερί σε όλο τον κόσμο.
Παράλληλα, συνεργάζεται με τον μεγαλύτερο γιο της, Ρόαν, ο οποίος ανέλαβε τη διαχείριση του λογαριασμού της στο Instagram.«Είχα τέσσερα ή πέντε εκατομμύρια ακολούθους, αλλά όχι τόσο engagement», εξηγεί η Στόουν, με τον Ρόαν να απογειώνει την αλληλεπίδραση του κοινού.
Αυτό, βέβαια, απαίτησε να καθαρίσει τη λίστα όσων ακολουθούσε η ίδια.«Ο κόσμος μου έγραφε κακιασμένα μηνύματα: “Γιατί δεν με ακολουθείς πια;”. Οργίστηκαν, λες και είχαμε πραγματική σχέση! Λες και είχα προσωπική σχέση με κάποιον που ακολουθούσα στο Instagram και δεν είχα συναντήσει ποτέ».
Η Σάρον Στόουν είναι αποφασισμένη να κάνει μια ολιστική επαναφορά – όπως και απέδειξε επιστρέφοντας στο μόντελινγκ μετά από 33 χρόνια, κλείνοντας την επίδειξη ανδρικής μόδας του οίκου Vetements στο Παρίσι.«Μου άρεσε πολύ που γνώρισα τον σχεδιαστή γιατί είναι πολύ ταλαντούχος, έξυπνος και κάνει κάτι που για μένα είναι πολύ πανκ», είπε για τον Ντέμνα Γκβασάλια. «Και ξέρετε, εγώ έζησα την εποχή του πανκ, ταυτίζομαι πραγματικά με το κίνημα και πνεύμα του».
Η εμπειρία αυτή ξύπνησε μνήμες από το ξεκίνημά της στην Ευρώπη: «Όταν ήμουν 19, είχα έναν 38χρονο σύντροφο που ήταν σχεδιαστής μεταξωτών και γνώριζα όλους τους σχεδιαστές εξαιτίας του. Ταξιδέψαμε σε όλο τον κόσμο μαζί, βγαίναμε ραντεβού on and off για 30 χρόνια και είμαστε ακόμα κολλητοί».
Όσο για το αν σκέφτηκαν ποτέ τον γάμο, η Σάρον Στόουν μίλησε για ένα βασικό ένστικτο επιτυχίας που φώλιαζε μέσα της.«Θα με είχε παντρευτεί, αλλά εγώ δεν ήθελα να ζήσω στην Ευρώπη. Ήξερα ότι θα γινόμουν ηθοποιός. Ήξερα ποιο ήταν το πεπρωμένο μου. Ήξερα από μικρή ότι αυτό θα μου συνέβαινε. Δεν ήταν μόνο η υποκριτική· ήξερα ότι θα γινόμουν υπερβολικά διάσημη και ότι είχα πολλά πράγματα που έπρεπε να κάνω. Απλώς το γνώριζα».
Τώρα, η Στόουν βάζει στόχο το Μπρόντγουεϊ, αποκαλύπτοντας πως θέλει να φέρει το υποκριτικό της ταλέντο στο σανίδι. Έχει μάλιστα ιδέες που πιέζει τον μάνατζέρ της να πραγματοποιηθούν.
Θέλει να υποδυθεί τη Μάργκο Τσάνινγκ, τον εμβληματικό χαρακτήρα που υποδύθηκε η Μπέτι Ντέιβις στο Όλα για την Εύα (All About Eve): «Θα ήμουν υπέροχη, δηλαδή ακόμα και στον ύπνο μου το ονειρεύομαι».Ή μια punk εκδοχή του Mame, του διάσημου μιούζικαλ των ’60s που θέλει να φέρει στο σήμερα:
«Θα είμαι μια πανκ Mame, με ντεκαπαρισμένα ξανθά Blondie μαλλιά και θα έβαζα την Ντέμπι Χάρι και τον Μπίλι Άιντολ να γράψουν τη μουσική».Ή ακόμη και μια λεσβιακή εκδοχή του La Cage Aux Folles: «Το Κλουβί με τις Τρελές δύο λεσβίες. Εγώ θα παίζω τη lipstick λεσβία και βρίσκουμε μια μεγάλη butch λεσβία που πρέπει να θηλυκοποιηθεί», λέει για αυτή την ιδέα της. «Λέω στον κόσμο αυτές τις σκέψεις και με κοιτάζουν με απορία. Σαν να σκέφτονται: “Τι γαμ@@@νο πράγμα παίρνεις;”».
Βέβαια η Στόουν, καθαρή πια, ξέρει πως το μόνο που θέλει είναι να γράψει περισσότερα κεφάλαια στο βιβλίο της ζωής της. «Αυτή η τελευταία χρονιά ήταν για μένα μια περίοδος που επανέκτησα πραγματικά τη ζωή μου», είπε.