Ένα νέο κύμα μαζικής εξόδου δυτικών χρηματοπιστωτικών κολοσσών καταγράφεται στην Κίνα, καθώς το περιβόητο «Chexit» των διεθνών διαχειριστών κεφαλαίων παίρνει πλέον συγκεκριμένη μορφή.

Τελευταίο παράδειγμα αποτελεί η Fidelity International (FIL), η οποία, σύμφωνα με πληροφορίες, σχεδιάζει την αποχώρησή της από το fund λιανικής στη Σαγκάη, αδυνατώντας να πιάσει τους αναγκαίους στόχους κερδοφορίας.

Η Fidelity, με υπό διαχείριση κεφάλαια ύψους 1,18 τρισ. δολαρίων διεθνώς, είχε θέσει ως στόχο τα 14 δισ. δολάρια για να καταστεί βιώσιμη η αυτόνομη μονάδα της στην Κίνα, αλλά συγκέντρωσε μόλις 670 εκατομμύρια — λιγότερο δηλαδή από το 5% των προσδοκιών.

Η εξέλιξη αυτή έρχεται να προστεθεί στην πλήρη αποχώρηση της Vanguard από τη Σαγκάη, στον περιορισμό παρουσίας της Legal & General και στην απόφαση της βρετανικής Schroders να πουλήσει τις τοπικές δραστηριότητές της.

">

Η αγορά δημόσιων κεφαλαίων της Κίνας, μεγέθους 5,9 τρισ. δολαρίων, αποδεικνύεται ανυπέρβλητο εμπόδιο για τους ξένους ομίλους. Οι εγχώριοι παίκτες διατηρούν συντριπτικά πλεονεκτήματα: εδραιωμένα δίκτυα διανομής μέσω των κρατικών τραπεζών, αναγνωρισιμότητα και στενούς δεσμούς με το Πεκίνο, οι οποίοι τους εξασφαλίζουν προνομιακή πρόσβαση σε δεδομένα και ευνοϊκότερο ρυθμιστικό πλαίσιο.

Παράλληλα, τα ρυθμιστικά εμπόδια που επιβάλλουν οι αρχές -όπως οι πρόσφατοι περιορισμοί στις αλγοριθμικές συναλλαγές όπου η Δύση διατηρεί τεχνολογικό προβάδισμα- ενισχύουν την ασυμμετρία του ανταγωνισμού.

Οι μόνες ξένες οντότητες που καταφέρνουν να διατηρήσουν σημαντικό μέγεθος (όπως η JP Morgan Asset Management με 34 δισ. δολάρια) είναι εκείνες που ξεκίνησαν εξαγοράζοντας μερίδια σε τοπικές κοινοπραξίες (Joint Ventures) και όχι όσες επιχείρησαν αυτόνομη ανάπτυξη από το μηδέν.

Για τους περισσότερους δυτικούς επενδυτικούς οίκους, το άνοιγμα της κινεζικής αγοράς αποδεικνύεται ένα περιβάλλον άνισων όρων, όπου τα κόστη συντήρησης και οι γεωπολιτικές τριβές καθιστούν την παραμονή οικονομικά ασύμφορη.