
Η υπόθεση της κομμώτριας στα Ιωάννινα αποτελεί ένα μόνο από τα χαρακτηριστικά περιστατικά φοροδιαφυγής που αποκάλυψαν οι έλεγχοι της ΑΑΔΕ για το 2025. Σύμφωνα με τα στοιχεία, η επαγγελματίας φέρεται να απέκρυψε εισοδήματα ύψους 472.200 ευρώ, τα οποία δεν δήλωσε ποτέ στην εφορία, παρότι διατηρούσε έντονη επαγγελματική δραστηριότητα.
Ωστόσο, δεν πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση. Στον Δυτικό Τομέα Αθηνών εντοπίστηκε φορολογούμενος που απέκρυψε μέσα σε δύο χρόνια εισοδήματα που φτάνουν τα 3,2 εκατ. ευρώ, ενώ ασφαλιστής στον Νότιο Τομέα εμφανίζεται να αύξησε την περιουσία του κατά 532.400 ευρώ χωρίς να δικαιολογείται από τα δηλωμένα του έσοδα. Αν και τα ποσά και τα επαγγέλματα διαφέρουν, η πρακτική παραμένει κοινή: εισοδήματα που αποκτώνται αλλά δεν δηλώνονται.
Η εικόνα ενισχύεται και από άλλες περιπτώσεις, όπως εργαζόμενος στο Ηράκλειο με «αδιευκρίνιστα» εισοδήματα 334.815 ευρώ, αλλά και άτομα χωρίς εμφανή επαγγελματική δραστηριότητα που παρουσιάζουν αύξηση περιουσίας άνω των 300.000 ευρώ. Από χαμηλά εισοδήματα έως μεγάλα ποσά, το φαινόμενο εμφανίζεται ευρέως διαδεδομένο.
Εκείνο που διαφοροποιείται πλέον είναι όχι η πρόθεση φοροδιαφυγής, αλλά η πιθανότητα εντοπισμού της, η οποία έχει αυξηθεί σημαντικά χάρη στα νέα συστήματα ελέγχου.
Οι αρχές αξιοποιούν σύγχρονες μεθόδους, όπως άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών, διασταύρωση καταθέσεων με φορολογικές δηλώσεις, ανάλυση ψηφιακών δεδομένων και παρακολούθηση χρηματικών ροών από ηλεκτρονικές πλατφόρμες, όπως e-shops, υπηρεσίες διανομής και βραχυχρόνιες μισθώσεις.
Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά της έκτασης του προβλήματος: σε 1.006 ελέγχους, το 87,5% εντόπισε παραβάσεις, δηλαδή σχεδόν 9 στους 10 ελεγχόμενους.
Η μη δηλωθείσα φορολογητέα ύλη ανήλθε σε 983,7 εκατ. ευρώ, ενώ τα διαφυγόντα έσοδα μαζί με τα πρόστιμα έφτασαν τα 433,8 εκατ. ευρώ, αποτυπώνοντας μια εκτεταμένη «παράλληλη» οικονομία. Κεντρικό εργαλείο της ΑΑΔΕ είναι η σύγκριση μεταξύ δαπανών και δηλωθέντων εισοδημάτων. Όταν οι οικονομικές κινήσεις δεν συμβαδίζουν με όσα δηλώνονται, ενεργοποιείται έλεγχος. Στη συνέχεια εξετάζονται αναλυτικά τραπεζικές συναλλαγές, αγορές, ακίνητα και γενικότερα κάθε οικονομική δραστηριότητα, ώστε να εντοπιστούν τυχόν αποκλίσεις.