
Υπάρχουν επιχειρηματίες που χτίζουν μια μεγάλη εταιρεία. Και υπάρχουν εκείνοι που, στην προσπάθειά τους να μεγαλώσουν την επιχείρησή τους, αλλάζουν ολόκληρο τον τόπο στον οποίο δραστηριοποιούνται. Ο Τόμας Μπάτα ανήκε στη δεύτερη κατηγορία.
Όταν το 1894 ίδρυσε μαζί με τον αδελφό του Αντονίν και την αδελφή του Άννα μια μικρή επιχείρηση υποδημάτων στο Ζλιν, στην τότε Αυστροουγγαρία, είχε στη διάθεσή του μόλις 600 φιορίνια. Η οικογένεια είχε μακρά παράδοση στην υποδηματοποιία, όμως τίποτα δεν προμήνυε την εξέλιξη που θα ακολουθούσε.
Μόλις έναν χρόνο αργότερα, η επιχείρηση βρέθηκε αντιμέτωπη με χρέη άνω των 8.000 φιορινιών και ο κίνδυνος της χρεοκοπίας ήταν πραγματικός. Ο 19χρονος τότε Τόμας ανέλαβε ουσιαστικά μόνος του τα ηνία και αναζήτησε έναν διαφορετικό δρόμο για να επιβιώσει.
Η λύση ήρθε από ένα προϊόν που απευθυνόταν σε πολύ μεγαλύτερο κοινό από την παραδοσιακή πελατεία των υποδηματοποιών: τις ελαφριές υφασμάτινες μπότες. Οι «baťovky», όπως έγιναν γνωστές από το επώνυμο της οικογένειας, άρχισαν να παράγονται το 1897 και η ζήτηση έδωσε στην επιχείρηση την πρώτη μεγάλη ώθηση.
Ο Μπάτα, όμως, κατάλαβε γρήγορα ότι για να ανταγωνιστεί τις μεγάλες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δεν αρκούσε να κατασκευάζει καλά παπούτσια. Έπρεπε να αλλάξει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζονταν.
Το 1904 ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες και εργάστηκε ο ίδιος σε γραμμή παραγωγής. Εκεί ήρθε σε επαφή με τη βιομηχανική οργάνωση, τη μηχανοποίηση και τη μαζική παραγωγή που είχαν αρχίσει να αλλάζουν την αμερικανική οικονομία. Επιστρέφοντας στο Ζλιν, αποφάσισε να μεταφέρει αυτή τη φιλοσοφία στην επιχείρησή του.
Το πρώτο ιδιόκτητο εργοστάσιο κατασκευάστηκε το 1900 κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης και απασχολούσε περίπου 120 εργαζομένους. Το 1914 ο αριθμός είχε φτάσει τους 400, ενώ μόλις τρία χρόνια αργότερα είχε εκτοξευθεί στους 5.000.
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έδωσε ακόμη μεγαλύτερη ώθηση. Οι παραγγελίες για στρατιωτικές αρβύλες από τον αυστροουγγρικό στρατό έφεραν τεράστια αύξηση στην παραγωγή και μετέτρεψαν τη μικρή επιχείρηση σε έναν σημαντικό βιομηχανικό εργοδότη.
Δεν πουλούσε μόνο παπούτσια
Το πραγματικό επιχειρηματικό πείραμα του Μπάτα, ωστόσο, δεν βρισκόταν μόνο στα εργοστάσια. Βρισκόταν στον τρόπο με τον οποίο οργάνωσε ολόκληρη την επιχείρηση.
Από τη δεκαετία του 1920, η Bata άρχισε να λειτουργεί με μικρότερες και σχετικά αυτόνομες μονάδες παραγωγής, οι οποίες είχαν τα δικά τους οικονομικά αποτελέσματα. Οι εργαζόμενοι μπορούσαν να γνωρίζουν σε εβδομαδιαία βάση αν το τμήμα τους ήταν κερδοφόρο ή ζημιογόνο, ενώ μέρος της αμοιβής τους συνδεόταν με τα αποτελέσματα.
Ο Μπάτα πίστευε ότι ο εργαζόμενος δεν έπρεπε να αισθάνεται απλώς ότι πουλά την εργασία του. Ήθελε να έχει άμεσο οικονομικό ενδιαφέρον για την επιτυχία της επιχείρησης.
Η φιλοσοφία του συνοψιζόταν στην ιδέα ότι τα οφέλη από την παραγωγικότητα έπρεπε να μοιράζονται μεταξύ εργαζομένων, πελατών και επιχείρησης. Το 1926, μάλιστα, εξέδωσε το κείμενο «Πλούτος για όλους», στο οποίο ανέπτυσσε τις απόψεις του για την εργασία, την αποταμίευση και την οικονομική ανεξαρτησία.
Δεν επρόκειτο για φιλανθρωπικό μοντέλο. Ο ίδιος ο Μπάτα έβλεπε τη συμμετοχή των εργαζομένων στα κέρδη ως εργαλείο για τη μείωση του κόστους, τη δημιουργία φθηνότερων προϊόντων και την αύξηση των αποδοχών.
Και τότε εμφανίστηκε το δεύτερο, ακόμη μεγαλύτερο μέρος του σχεδίου του: η ίδια η πόλη.
Η πόλη ως προέκταση της επιχείρησης
Το 1923 ο Τόμας Μπάτα έγινε δήμαρχος του Ζλιν. Από εκεί και πέρα, η ανάπτυξη της εταιρείας και η ανάπτυξη της πόλης άρχισαν να προχωρούν σχεδόν παράλληλα.
Η Bata δημιούργησε εργατικές κατοικίες, σχολεία, νοσοκομείο, καταστήματα, ξενοδοχείο και κινηματογράφο. Η πόλη σχεδιάστηκε με τρόπο ώστε να μπορεί να φιλοξενήσει τους εργαζομένους και τις οικογένειές τους, ενώ σημαντικοί Τσέχοι αρχιτέκτονες ανέλαβαν τον σχεδιασμό του νέου αστικού περιβάλλοντος.
Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό.
Το 1921 το Ζλιν είχε μόλις 4.678 κατοίκους. Το 1930 ο πληθυσμός είχε φτάσει τους 21.582 και το 1937 τους 37.342. Η μικρή κωμόπολη είχε μετατραπεί σε ένα από τα χαρακτηριστικότερα βιομηχανικά κέντρα της Τσεχοσλοβακίας.
Η σχέση της πόλης με την Bata ήταν τόσο στενή ώστε το Ζλιν άρχισε να λειτουργεί ως πρότυπο για άλλες εγκαταστάσεις της εταιρείας στο εξωτερικό. Γύρω από τα εργοστάσια δημιουργούνταν μικρότερες εκδοχές του ίδιου μοντέλου: παραγωγή, κατοικία, εκπαίδευση και υπηρεσίες σε έναν ενιαίο χώρο.
Το 1938 η Bata απασχολούσε 65.064 ανθρώπους, εκ των οποίων περισσότεροι από 41.000 βρίσκονταν στην Τσεχοσλοβακία. Μόνο στο Ζλιν εργάζονταν πάνω από 32.000 άνθρωποι.
Η πόλη είχε πλέον γίνει κάτι πολύ περισσότερο από την έδρα μιας εταιρείας. Ήταν μέρος του ίδιου του επιχειρηματικού της μοντέλου.
Η αυτοκρατορία μεγαλώνει
Ο Μπάτα δεν πρόλαβε να δει την εταιρεία του στην πλήρη της ακμή. Στις 12 Ιουλίου 1932, σε ηλικία μόλις 56 ετών, σκοτώθηκε όταν το αεροπλάνο του συνετρίβη λίγο μετά την απογείωση κοντά στο εργοστάσιο του Ότροκοβιτσε.
Εκείνη τη χρονιά η εταιρεία δραστηριοποιούνταν ήδη σε 36 διαφορετικούς κλάδους, απασχολούσε περισσότερους από 31.000 εργαζομένους, παρήγαγε 36,3 εκατ. ζευγάρια παπούτσια και διέθετε περίπου 2.500 καταστήματα σε 24 χώρες.
Τη διοίκηση ανέλαβε ο ετεροθαλής αδελφός του, Γιαν Άντονιν, και η διεθνής επέκταση συνεχίστηκε. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, όμως, άλλαξε τα δεδομένα. Μέρος της διοίκησης μεταφέρθηκε στον Καναδά, ενώ μετά τον πόλεμο τα εργοστάσια της Bata στην Ανατολική Ευρώπη κρατικοποιήθηκαν.
Η εταιρεία συνέχισε την ανάπτυξή της από τη Δύση.
Το 1962 η Bata διέθετε 66 εργοστάσια σε 66 χώρες, 65.000 εργαζομένους και παραγωγή άνω των 175 εκατ. ζευγαριών παπουτσιών. Το 1975 είχε φτάσει τους 90.000 εργαζομένους, τα 5.000 καταστήματα και παραγωγή 250 εκατ. ζευγαριών.
Και το Ζλιν παρέμενε το σημείο αναφοράς της ιστορίας της.
Η πόλη που έμεινε πίσω από το όραμα
Μετά την πτώση του κομμουνισμού, η Bata επέστρεψε στο Ζλιν το 1991. Η παγκόσμια εταιρική της δομή, ωστόσο, είχε πλέον μετακινηθεί πολύ μακριά από την πόλη όπου ξεκίνησαν όλα.
Σήμερα η Bata Brands έχει την έδρα της στη Λωζάνη της Ελβετίας και δραστηριοποιείται σε περισσότερες από 56 χώρες, με περίπου 5.800 σημεία λιανικής και περισσότερους από ένα εκατομμύριο πελάτες ημερησίως, σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας.
Το Ζλιν, όμως, δεν χρειάζεται πλέον τη Bata για να θυμάται την ιστορία της.
Οι δρόμοι, οι κατοικίες, τα εργοστάσια και ο χαρακτηριστικός ουρανοξύστης της εταιρείας αποτελούν ακόμη μέρος της πόλης. Πρόκειται για ένα από τα σπάνια παραδείγματα όπου το επιχειρηματικό όραμα ενός ανθρώπου δεν αποτυπώθηκε μόνο στους ισολογισμούς μιας εταιρείας, αλλά και στην ίδια την αρχιτεκτονική και την εξέλιξη μιας πόλης.
Ο Τόμας Μπάτα ξεκίνησε θέλοντας να κατασκευάσει περισσότερα και φθηνότερα παπούτσια. Στην πορεία, δημιούργησε κάτι πολύ μεγαλύτερο: ένα ολόκληρο οικοσύστημα γύρω από την παραγωγή — και μια πόλη που μέχρι σήμερα φέρει το αποτύπωμά του.