Στις 22 Ιουνίου 2026, αντιτρομοκρατικό δικαστήριο στην Κουέτα καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη τη Μαχράνγκ Μπαλόχ, μία από τις πλέον αναγνωρισμένες υπερασπίστριες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Πακιστάν.
Η απόφαση προκάλεσε έντονες διεθνείς αντιδράσεις και αναζωπύρωσε τις ανησυχίες για την πορεία του κράτους δικαίου στη χώρα. Ωστόσο, η σημασία της υπόθεσης υπερβαίνει κατά πολύ την τύχη μιας γνωστής ακτιβίστριας. Αγγίζει ένα πολύ βαθύτερο ερώτημα: μπορεί ένα κράτος να ενισχύσει την ασφάλειά του χωρίς να αποδυναμώσει τη θεσμική του αξιοπιστία;
Η συζήτηση αυτή ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2025, όταν ο Αρχηγός του Στρατού του Πακιστάν, στρατάρχης Ασίμ Μουνίρ, παρουσίασε δημόσια το δόγμα του «Σκληρού Κράτους». Η χώρα είχε μόλις βιώσει μία από τις σοβαρότερες τρομοκρατικές επιθέσεις των τελευταίων ετών, με την αεροπειρατεία της αμαξοστοιχίας Τζάφαρ Εξπρές από αντάρτες του Απελευθερωτικού Στρατού των Βαλούχων (BLA). Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ανάγκη για αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της τρομοκρατίας φαινόταν αυτονόητη.
Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν ήταν αν το κράτος έπρεπε να γίνει ισχυρότερο, αλλά πώς θα χρησιμοποιούσε αυτή τη νέα ισχύ.
Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία του νέου δόγματος δεν αφορούσε μια ένοπλη οργάνωση αλλά μία διεθνώς αναγνωρισμένη ακτιβίστρια. Η Μαχράνγκ Μπαλόχ είχε ήδη συμπεριληφθεί στη λίστα TIME100 Next και στη λίστα BBC 100 Women για τη δράση της υπέρ των θυμάτων εξαναγκαστικών εξαφανίσεων στο Μπαλουχιστάν. Τέσσερις μόλις ημέρες μετά την ανακοίνωση του «Σκληρού Κράτους», συνελήφθη κατά τη διάρκεια ειρηνικής διαμαρτυρίας στην Κουέτα.
Δεκαπέντε μήνες αργότερα καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη βάσει της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας. Από εκείνη τη στιγμή, η υπόθεση έπαψε να αποτελεί αποκλειστικά εσωτερική δικαστική διαδικασία και μετατράπηκε σε διεθνές πολιτικό ζήτημα.
Η υπόθεση της Μαχράνγκ Μπαλόχ δεν φαίνεται, ωστόσο, να αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Τα τελευταία χρόνια, ολοένα περισσότεροι δικηγόροι, δημοσιογράφοι, εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών και υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων βρίσκονται αντιμέτωποι με βαριές ποινικές διώξεις, συχνά βάσει νομοθεσίας που θεσπίστηκε για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της γνωστής δικηγόρου ανθρωπίνων δικαιωμάτων Ιμάν Ζαϊνάμπ Μαζάρι-Χαζίρ και του συζύγου της Χάντι Άλι Τσάτα, οι οποίοι καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές φυλάκισης, ενώ στη συνέχεια τιμήθηκαν διεθνώς με το Βραβείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Λουντοβίκ Τραριέ.
Οι υποθέσεις αυτές διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τα πραγματικά περιστατικά. Συγκλίνουν όμως σε ένα σημείο: όλες αφορούν πρόσωπα που είχαν ήδη αποκτήσει διεθνή αναγνώριση πριν βρεθούν αντιμέτωπα με το ποινικό σύστημα του Πακιστάν. Καμία μεμονωμένη δικαστική υπόθεση δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει τη λειτουργία ενός ολόκληρου πολιτικού συστήματος.
Όταν όμως παρόμοιες υποθέσεις επαναλαμβάνονται και συνοδεύονται από τις σταθερές επισημάνσεις οργανισμών όπως η Διεθνής Αμνηστία, η Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Πακιστάν και ειδικοί εισηγητές των Ηνωμένων Εθνών, διαμορφώνεται μια εικόνα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Το ζήτημα δεν είναι αν το Πακιστάν έχει δικαίωμα να αντιμετωπίσει την τρομοκρατία — κάθε κυρίαρχο κράτος οφείλει να προστατεύει την ασφάλειά του. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η αντιτρομοκρατική πολιτική μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς να διευρύνεται σταδιακά ο ορισμός της απειλής, ώστε να περιλαμβάνει και την ειρηνική πολιτική διαφωνία.
Το ερώτημα αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς τη γεωπολιτική βαρύτητα του Μπαλουχιστάν. Η επαρχία δεν αποτελεί μόνο το επίκεντρο της μακροβιότερης ένοπλης εξέγερσης στο Πακιστάν. Φιλοξενεί επίσης το λιμάνι του Γκουαντάρ, θαλάσσια πύλη του Οικονομικού Διαδρόμου Κίνας–Πακιστάν (CPEC) και κομβικό έργο της κινεζικής Πρωτοβουλίας «Ζώνη και Δρόμος».
Από το Γκουαντάρ περνούν στρατηγικά συμφέροντα που αφορούν την Κίνα, την Ινδία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη. Γι’ αυτό και η σταθερότητα της περιοχής δεν αποτελεί απλώς εσωτερική υπόθεση του Πακιστάν. Συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών, τις ενεργειακές ροές και τη συνολική ισορροπία ισχύος στον Ινδο-Ειρηνικό.
Ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση δεν αφορά μόνο το Ισλαμαμπάντ. Αφορά ολοένα και περισσότερο και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το Πακιστάν εξακολουθεί να απολαμβάνει τα προνόμια του καθεστώτος GSP+, μέσω του οποίου η Ευρώπη παρέχει προτιμησιακή πρόσβαση στην ενιαία αγορά, υπό την προϋπόθεση της εφαρμογής 27 διεθνών συμβάσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, το κράτος δικαίου, τα εργασιακά δικαιώματα και τη χρηστή διακυβέρνηση. Το GSP+ δεν αποτελεί απλώς ένα εμπορικό εργαλείο· αποτελεί μηχανισμό πολιτικής αιρεσιμότητας.
Γι’ αυτό και κάθε υπόθεση που εγείρει ερωτήματα για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης ή την προστασία των θεμελιωδών ελευθεριών αποκτά αναπόφευκτα και ευρωπαϊκή διάσταση.
Ο πρώην πρέσβης της Ελλάδας, Αλέξανδρος Μαλλιάς, συνοψίζει εύστοχα το δίλημμα της ευρωπαϊκής πολιτικής. Όπως ανέφερε στη συνέντευξη που παραχώρησε για το παρόν άρθρο, «η Ευρώπη διατηρεί σχέσεις με το Πακιστάν από συμφέρον και όχι από συμπάθεια».
Η διαπίστωση αυτή αποτυπώνει έναν διαχρονικό κανόνα των διεθνών σχέσεων: οι στρατηγικές συνεργασίες δεν οικοδομούνται αποκλειστικά πάνω στην κοινότητα αξιών, αλλά και στη γεωπολιτική αναγκαιότητα. Η γεωγραφική θέση του Πακιστάν, ο ρόλος του στην περιφερειακή ασφάλεια και η σημασία του για τη σταθερότητα της Νότιας Ασίας καθιστούν σχεδόν βέβαιο ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα συνεχίσει να επιδιώκει στενή συνεργασία μαζί του. Το ερώτημα, όμως, είναι αν αυτή η στρατηγική αναγκαιότητα μπορεί να συνυπάρξει με την αξιοπιστία της ευρωπαϊκής πολιτικής αιρεσιμότητας.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η πραγματική δοκιμασία, τόσο για το Πακιστάν όσο και για την Ευρώπη. Το δόγμα του «Σκληρού Κράτους» θα κριθεί ασφαλώς από την αποτελεσματικότητά του απέναντι στην τρομοκρατία. Θα κριθεί όμως εξίσου από το κατά πόσο μπορεί να προστατεύσει την ασφάλεια χωρίς να αποδυναμώσει τους θεσμούς που προσδίδουν στο ίδιο το κράτος νομιμοποίηση και διεθνή αξιοπιστία.
Αντίστοιχα, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα κριθεί όχι μόνο από τη βούλησή της να συνεργάζεται με στρατηγικούς εταίρους, αλλά και από τη συνέπεια με την οποία υπερασπίζεται τις αρχές που η ίδια έχει θέσει ως προϋπόθεση αυτής της συνεργασίας.
Όπως είχε επισημάνει και η πρώην πρέσβειρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Πακιστάν, Ανδρούλλα Καμινάρα, η δημοκρατία, το κράτος δικαίου και ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν αποτελούν εμπόδια για τη σταθερότητα· αποτελούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις της. Το μέλλον των σχέσεων Ευρωπαϊκής Ένωσης–Πακιστάν θα εξαρτηθεί τελικά από το κατά πόσο αυτή η αρχή θα εξακολουθήσει να εφαρμόζεται με συνέπεια, ακόμη και όταν συγκρούεται με τη γεωπολιτική σκοπιμότητα.