Για εβδομάδες, οι κάτοικοι της Σαντορίνης παρακολουθούσαν ένα παράξενο φαινόμενο στη θάλασσα. Το νερό είχε αλλάξει χρώμα, σε ορισμένα σημεία έμοιαζε να βράζει και από τη θάλασσα αναδύονταν καπνοί και πυρακτωμένα υλικά.

Ήταν το 1650 και περίπου επτά χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Σαντορίνης ένα υποθαλάσσιο ηφαίστειο, το Κολούμπο, βρισκόταν σε έντονη δραστηριότητα.

Στις 29 Σεπτεμβρίου η κατάσταση κλιμακώθηκε. Ισχυρές εκρήξεις, λάμψεις και πυκνοί καπνοί έγιναν ορατοί από τη Σαντορίνη, ενώ η ηφαιστειακή δραστηριότητα προκαλούσε ολοένα μεγαλύτερη ανησυχία στους κατοίκους.

Στη συνέχεια ήρθε το τσουνάμι.

Η θάλασσα υποχώρησε απότομα και λίγο αργότερα τεράστια κύματα επέστρεψαν προς τις ακτές, φτάνοντας σύμφωνα με τις ιστορικές περιγραφές έως και τα 20 μέτρα.

Η Σαντορίνη και άλλα νησιά του Αιγαίου επηρεάστηκαν από τα κύματα, ενώ η καταστροφή συνοδεύτηκε από πτώσεις ελαφρόπετρας και στάχτης.

Οι νεότερες επιστημονικές έρευνες έδωσαν νέα στοιχεία για το τι συνέβη εκείνη τη νύχτα. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι δεν υπήρχε ένας μόνο μηχανισμός, αλλά μια αλυσιδωτή διαδικασία: μεγάλο τμήμα της πλευράς του υποθαλάσσιου ηφαιστείου μετακινήθηκε προς τα κάτω και στη συνέχεια ακολούθησε ισχυρή έκρηξη. Ο συνδυασμός των δύο φαινομένων μπορεί να εξηγήσει το ιδιαίτερα μεγάλο τσουνάμι που περιγράφουν οι αυτόπτες μάρτυρες.

Το Κολούμπο βρίσκεται σήμερα κάτω από την επιφάνεια του Αιγαίου, σε βάθος που φτάνει περίπου τα 500 μέτρα. Η έκρηξη του 1650 θεωρείται ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τσουνάμι που συνδέεται με ηφαιστειακή δραστηριότητα και εξακολουθεί να μελετάται από τους επιστήμονες.