
Νέα απάντηση στις έντονες αντιδράσεις που προκάλεσε ο θάνατος του λευκού κουταβιού που είχε ενταχθεί σε αγέλη λύκων στην Κεντρική Μακεδονία δίνει ο διδάκτορας Ζωολογίας του ΑΠΘ Θεόδωρος Κομηνός.
Ο ίδιος ξεκαθαρίζει ότι στόχος του δεν είναι να απολογηθεί, αλλά να παρουσιάσει τις πραγματικές συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιείται η έρευνα στην άγρια φύση και να εξηγήσει γιατί η ομάδα αποφάσισε να μην προχωρήσει σε επιχείρηση διάσωσης του ζώου.
«Από την πρώτη στιγμή δεν παρακολουθούσαμε απλώς ένα κουτάβι. Παρακολουθούσαμε μια ολόκληρη οικογένεια λύκων με νεογνά», αναφέρει χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι η ευθύνη των ερευνητών αφορούσε την προστασία ολόκληρης της αγέλης.
Η δύσκολη απόφαση της μη επέμβασης
Σύμφωνα με τον κ. Κομηνό, η οικογένεια των λύκων δεν βρισκόταν σε μια απομονωμένη περιοχή, αλλά σε ένα ανθρωπογενές αγροτικό τοπίο, ανάμεσα σε καλλιέργειες και ανθρώπινες δραστηριότητες.
Μια προσπάθεια σύλληψης του κουταβιού θα απαιτούσε μεγάλη κινητοποίηση, με πολλά άτομα, οχήματα, ειδικό εξοπλισμό και κτηνιατρική υποστήριξη.
Παράλληλα, θα υπήρχε κίνδυνος να αποκαλυφθεί η παρουσία μιας ολόκληρης αγέλης που μέχρι τότε κινούνταν σχεδόν απαρατήρητη στην περιοχή.
«Κανείς σοβαρός ερευνητής δεν δημιουργεί συνθήκες ώστε άνθρωποι και μια στρεσαρισμένη οικογένεια λύκων με νεογνά να βρεθούν ξαφνικά πρόσωπο με πρόσωπο μέσα σε πυκνή βλάστηση», σημειώνει.
Η πυρκαγιά και οι δυσκολίες στην περιοχή
Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο περίπλοκη μετά από μεγάλη αγροτική πυρκαγιά που ανάγκασε τους λύκους να εγκαταλείψουν τη φωλιά τους και να μετακινηθούν βαθύτερα στις καλλιέργειες.
Η πυκνή βλάστηση από καλαμπόκια, ηλίανθους και βαμβάκια περιόριζε την ορατότητα και έκανε οποιαδήποτε επιχείρηση αναζήτησης ιδιαίτερα δύσκολη και επικίνδυνη.
Η αγέλη, σύμφωνα με τον ερευνητή, αποτελούνταν από περίπου εννέα λύκους διαφορετικών ηλικιών και έξι νεογνά.
«Το βίντεο δεν τραβήχτηκε επειδή ξέραμε ότι θα πεθάνει»
Απαντώντας στις επικρίσεις για το βίντεο όπου το κουτάβι εμφανίζεται εξασθενημένο, ο Θεόδωρος Κομηνός υπογραμμίζει ότι η καταγραφή έγινε στο πλαίσιο της καθημερινής επιστημονικής παρακολούθησης της αγέλης.
Όπως αναφέρει, οι ερευνητές δεν γνώριζαν εκείνη τη στιγμή ότι η κατάσταση του ζώου θα εξελισσόταν μοιραία.
Το κουτάβι παρατηρήθηκε για περίπου δέκα λεπτά, ενώ παρόμοια εικόνα αδυναμίας είχε καταγραφεί εκείνη την περίοδο και στα λυκόπουλα, λόγω των υψηλών θερμοκρασιών.
Όταν αργότερα εξετάστηκε πιο προσεκτικά το υλικό, η ομάδα ζήτησε τη γνώμη κτηνιάτρου, ο οποίος εκτίμησε ότι τα σημάδια στο σώμα του ζώου θα μπορούσαν να σχετίζονται με διάρροια.
«Η δική μας απάντηση ήταν “όχι”»
Ο ερευνητής υποστηρίζει ότι το δίλημμα δεν ήταν απλά αν θα σωζόταν ένα κουτάβι, αλλά αν μια τέτοια παρέμβαση θα έθετε σε κίνδυνο μια ολόκληρη άγρια οικογένεια.
«Άξιζε να θέσουμε σε κίνδυνο μια οικογένεια λύκων, για να σώσουμε έναν σκύλο; Η δική μας απάντηση ήταν “όχι”», αναφέρει.
Όπως τονίζει, η απόφαση δεν ήταν εύκολη, όμως σύμφωνα με την εκτίμηση της ομάδας ήταν η πιο υπεύθυνη επιλογή με βάση τα δεδομένα που υπήρχαν εκείνη τη στιγμή.