Σε 24ωρη απεργιακή κινητοποίηση προχωρούν οι ναυτεργάτες στη γραμμή της Ραφήνας, με την Πανελλήνια Ένωση Ναυτικών Εμπορικού Ναυτικού (ΠΕΝΕΝ) να θέτει στο επίκεντρο ζητήματα που αφορούν την ασφάλεια του λιμανιού, των πλοίων και των πληρωμάτων.

Η απεργία έχει προγραμματιστεί για την Παρασκευή 3 Ιουλίου, από τις 06:00 το πρωί έως τις 06:00 το πρωί του Σαββάτου 4 Ιουλίου, γεγονός που αναμένεται να επηρεάσει τα επιβατηγά-οχηματαγωγά πλοία που αναχωρούν από το λιμάνι της Ραφήνας.

Παράλληλα, η ΠΕΝΕΝ έχει καλέσει σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας στις 10:00 το πρωί της ίδιας ημέρας, έξω από το επιβατηγό-οχηματαγωγό πλοίο SUPER FERRY, όπου αναμένεται να παρουσιαστούν αναλυτικά τα αιτήματα των ναυτικών.

Σύμφωνα με την Ένωση, το βασικό πρόβλημα αφορά την πίεση που δέχεται το λιμάνι της Ραφήνας, καθώς οι υπάρχουσες υποδομές, όπως υποστηρίζει, δεν επαρκούν για τον αριθμό των πλοίων που εξυπηρετούν σήμερα τη γραμμή.

Όπως αναφέρει η ΠΕΝΕΝ, οι διαθέσιμες θέσεις πρόσδεσης μπορούν να καλύψουν περίπου πέντε πλοία, ενώ στην πράξη το λιμάνι καλείται να εξυπηρετήσει συνολικά έντεκα. Η διαφορά αυτή, σύμφωνα με το σωματείο, οδηγεί αρκετά πλοία σε παραμονή εκτός λιμένα, σε αγκυροβόλιο, αλλά και σε συχνές μεθορμίσεις.

Η Ένωση υποστηρίζει ότι η καθημερινή αυτή κατάσταση δημιουργεί επιπλέον κινδύνους κατά τους χειρισμούς των πλοίων, αυξάνοντας την πίεση στους πλοιάρχους και στα πληρώματα. Παράλληλα, κάνει λόγο για επιβάρυνση των συνθηκών εργασίας των ναυτικών, λόγω των αυξημένων ωρών απασχόλησης και του περιορισμένου χρόνου ξεκούρασης.

Στην ανακοίνωσή της, η ΠΕΝΕΝ σημειώνει ότι η συσσωρευμένη κόπωση των πληρωμάτων μπορεί να επηρεάσει την ασφαλή λειτουργία των πλοίων, ειδικά κατά τη θερινή περίοδο όπου η επιβατική κίνηση είναι ιδιαίτερα αυξημένη.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις παρεμβάσεις πλοιάρχων της γραμμής, οι οποίοι, σύμφωνα με την Ένωση, περιέγραψαν δημόσια τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν κατά τις διαδικασίες πρόσδεσης και αγκυροβολίας, λόγω των περιορισμών του λιμένα.

Οι ναυτεργάτες ζητούν λύσεις για τη βελτίωση των υποδομών και την αντιμετώπιση των προβλημάτων που, όπως υποστηρίζουν, επηρεάζουν τόσο την ασφάλεια των δρομολογίων όσο και τις συνθήκες εργασίας των πληρωμάτων.