
Οι περισσότεροι γνωρίζουν ότι μετά τον θάνατο το σώμα περνά από μια σειρά φυσικών αλλαγών, με πιο γνωστή τη νεκρική ακαμψία.
Ωστόσο, υπάρχει ένα λιγότερο γνωστό φαινόμενο που αφορά τα μάτια και το οποίο απασχολεί συχνά τους ιατροδικαστές κατά την εξέταση μιας σορού.
Πρόκειται για το tache noire de la sclerotique, έναν γαλλικό όρο που σημαίνει «μαύρη κηλίδα του σκληρού χιτώνα».
Το φαινόμενο χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση μιας σκούρας γραμμής ή κηλίδας πάνω στο λευκό μέρος του ματιού και παρατηρείται συνήθως όταν ο άνθρωπος έχει καταλήξει με τα μάτια ανοιχτά.
Πώς δημιουργείται
Μετά τον θάνατο παύουν όλες οι φυσιολογικές λειτουργίες που διατηρούν την επιφάνεια των ματιών υγρή. Δεν υπάρχει πλέον ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων ούτε παραγωγή δακρύων και λιπαρών ουσιών που προστατεύουν τον κερατοειδή.
Εάν τα βλέφαρα παραμείνουν ανοιχτά, ο αέρας προκαλεί γρήγορη αφυδάτωση της επιφάνειας του ματιού.
Ως αποτέλεσμα, αρχίζει να σχηματίζεται η χαρακτηριστική σκουρόχρωμη αλλοίωση, της οποίας η απόχρωση μπορεί να κυμαίνεται από σκούρο καφέ ή κοκκινωπό έως σχεδόν μαύρο.
Αντίθετα, όταν τα μάτια παραμένουν κλειστά, η διαδικασία αυτή καθυστερεί σημαντικά, καθώς τα βλέφαρα περιορίζουν την έκθεση στον αέρα.
Μπορεί να δείξει πότε επήλθε ο θάνατος;
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι το tache noire μπορεί να εμφανιστεί μέσα στις πρώτες ώρες μετά τον θάνατο και γι’ αυτό χρησιμοποιείται ως μία από τις ενδείξεις κατά την εκτίμηση του μεταθανάτιου χρόνου.
Ωστόσο, δεν αποτελεί από μόνο του ασφαλές κριτήριο. Η εμφάνισή του επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως:
- η θερμοκρασία του περιβάλλοντος,
- η υγρασία,
- οι καιρικές συνθήκες,
- αν η σορός βρίσκεται σε εσωτερικό ή εξωτερικό χώρο,
- καθώς και το αν τα βλέφαρα παρέμειναν ανοιχτά ή κλειστά.
Ένα φυσικό στάδιο της μεταθανάτιας διαδικασίας
Παρότι η εικόνα μπορεί να προκαλεί εντύπωση, οι επιστήμονες τονίζουν ότι πρόκειται για μια απολύτως φυσιολογική μεταθανάτια μεταβολή και όχι για κάποιο ασυνήθιστο ή παθολογικό φαινόμενο.
Η tache noire αποτελεί μέρος των αλλαγών που υφίσταται ο ανθρώπινος οργανισμός μετά τον θάνατο και, σε συνδυασμό με άλλα ιατροδικαστικά ευρήματα, μπορεί να βοηθήσει τους ειδικούς στην εκτίμηση του χρόνου που έχει μεσολαβήσει από τον θάνατο.