
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον διακεκριμένο διεθνώς ερευνητή του αυτισμού, καθηγητή Σάιμον Μπάρον-Κόεν, διευθυντή του Κέντρου Ερευνών Αυτισμού του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, ανέλυσαν δείγματα αμνιακού υγρού από 98 εγκύους που γέννησαν παιδιά με αυτισμό και άλλες 177 που γέννησαν παιδιά χωρίς τέτοιο πρόβλημα.
Διαπιστώθηκε ότι και τα 98 μωρά με αυτισμό είχαν εκτεθεί σε σημαντικά αυξημένα επίπεδα και των τεσσάρων οιστρογόνων στη μήτρα, κάτι που δεν ίσχυε για τα υπόλοιπα παιδιά.
Η παρουσία αυξημένων οιστρογόνων στο προγεννητικό στάδιο αποτελεί καλύτερο δείκτη εμφάνισης αυτισμού από ό,τι η ύπαρξη αυξημένων επιπέδων προγεννητικών ανδρογόνων όπως η τεστοστερόνη.
Ο Μπάρον-Κόεν, ο οποίος πρώτος είχε προτείνει τη σχετική θεωρία, τόνισε ότι «τα νέα ευρήματα υποστηρίζουν την ιδέα πως οι αυξημένες προγεννητικές στεροειδείς ορμόνες του φύλου είναι μία από τις δυνητικές αιτίες του αυτισμού. Τα γονίδια είναι επιβεβαιωμένο ότι συνιστούν μία άλλη αιτία, ενώ οι εν λόγω ορμόνες πιθανώς αλληλεπιδρούν με τους γενετικούς παράγοντες για να επηρεάσουν τον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο του εμβρύου».
Οι ερευνητές επισήμαναν πως μέχρι σήμερα ο ρόλος των οιστρογόνων στον αυτισμό έχει μελετηθεί ελάχιστα, αν και υπογράμμισαν ότι τα νέα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι είναι δυνατό -τουλάχιστον προς το παρόν- να χρησιμοποιηθεί το επίπεδο των οιστρογόνων στη μήτρα ως προγνωστικός δείκτης για τον αυτισμό.